Το παραμύθι του καλοκαιριού μου

Καλοκαιρι γεννηθηκα. 7 Αυγουστου στην Πατρα. Κλεφτηκαν οι γονεις μου , φτωχος ο πατερας με περιουσια η μανα. Την αποκληρωσαν. Ε και; Το σοι της εζησε δυστυχισμενο.

Εμεις με φτωχεια, αγαπη και ευτυχια. Λιγο πριν το σχολειο επιστρεψαμε στο νησι. Τα πρωτα καλοκαιρια τα περασα στους θειους μου, ξαδελφια του πατερα μου στο Κατασταρι. Φορτηγατζης ο θειος.

Καλοκαιρια στην καροτσα, πρωτοι στα πανηγυρια. Μας φορτωνε , τα κοριτσια με εμπριμε φορεματα που απο κατω ειχαν φουρο, οι αντρες με λευκα πουκαμισα , οι δρομοι με χωμα μεχρι να φτασουμε τα εμπριμε ειχαν μαραθει και τα πουκαμισα ειχαν το εκρου του νεκρου. Ποιος νοιαζοταν.

Οι εκδρομες ηταν γαμοι , αρραβωνες, βαπτισεις, πανηγυρια , κηδειες. Ενταξει , στις κηδειες δεν τραγουδουσαμε. Σε ολα τα άλλα όμως…”Φουστανακι μπλε καρό κι απο μεσα το φουρο”, “Μεσα στο νερο της λιμνης μεσα στο νερο” και “Αγιε μου Γιωργη Λυκαβηττε μου”.

Για χρονια νομιζα πως το επιθετο του Αη Γιωργη ηταν Λυκαβηττος. Τα βραδια υπνος στις αχυρενιες καλυβες στρωματσαδα και μπανιο στις Αλυκες. Ειχαμε και εκει καλυβα. Το εξοχικο ας πουμε. Περιμεναμε το πανηγυρι της Παναγιας. Ερχοντουσαν οι χωραιτες επιδεικτικα να χορεψουν τσαρλεστον.

“Μαρινα μαρινα μαρινα”. Φυτουρες, παστελια, σουμαδες και σουβλες. Τελειωσε το χωριο , καλοκαιρια στη Χωρα. Μπανιο στην Ομπρελα που ηταν διπλα στα σφαγεια και μυριζε αιμα η θαλασσα. Μετα στην Ψηλη για βουτιες και μεγαλωνοντας στη Στηλη των Πεσοντων και στο Ξενια που πηγαιναν οι ταχα μου…. μη χεσω.

Τα σπιτια της αρωγης μετα τους σεισμους ειχαν ενα κενο μεταξυ τους για καλυτερη αντισεισμικη συμπεριφορα. Τα ειχαμε για παιγνιδι. Ποιος μπορει να χωρεσει μεσα και καναμε μπουλινγκ στους παχουλους. Σιγα που ξεραμε απο μπουλινγκ. Κογιοναρισμα το λεγαμε, ολοι με παρατσουκλια και κοροιδιες. Ενα απογευμα εκανα επιδειξη σφηνωματος πισω απο το σχολειο του Αμμου. “Χοντρε δε χωρας” και αρχιζει να κανει σεισμο.

Η πρωτη μεγαλη τρομαρα της ζωης μου. Τα απογευματα περνουσαν με τα γαιδουρια και πουλαγανε χεριες. Φρεσκα ρεβυθια σαν ανθοδεσμες και τι ηδονη. Να ακους τον ηχο και να τρως ολοφρεσκο ρεβυθι. Το βραδυ ακουγες αλλους ηχους, ομαδικους , ολη η γειτονια στο κλασιμο απο τις χεριες.

Τον Αυγουστο κατεβαιναν στη χωρα κοπαδια με γιδες , τρεχαμε με τα κατσαρολακια και τα συρφετα , αρμεγαν μπροστα μας και πιναμε ολοφρεσκο γαλατακι. Επεσε η πρωτη αφαλτος στους δρομους. Εκαιγε η πισα , τερμα το ξυπολητο. Εκει που δεν το περιμεναμε, μεγαλωσαμε. Παρτυ, ερωτες , μεροκαματο. Γκαρσονακι στο Πορτο, ξενυχτια , ουζακια στο μαυρο ξημερωμα, τα θερινα σινεμα για χρονια απαγορευμενα. Δουλεια ή σινεμα; Τωρα τα εχω και τα δυο! Πηγαμε την Σοφια Λορεν να φαει γαλακτομπουρεκο στου Καλογερου 5 το πρωι και μετα καταλαβαμε ποια ηταν.

“Βρε μιναδορε η Λορεν ηταν” “Σιγα μην ηταν και η Μπριζιτ Μπαρντο”. Ειχαμε ενα θρησκευτικο στο Γυμνασιο δεν εχω γνωρισει χειροτερο ανθρωπο. Μια φορα στην περιοδο των εξετασεων , προσεβαλε ασχημα ενα συμμαθητη μου. Τον εσπρωξε εκεινος και πολυ καλα του εκανε. Ουρλιαξε ο θρησκευτικος. “Δολοφονε, δολοφονε”.

Μετα απο μερικα χρονια εγινε οντως δολοφονος . Και γω αθεος. Σταματησα τα πανηγυρια και τις λιτανειες. Το καλοκαιρια που εγινα εξ αναγκης Dj στην ντισκοτεκ Ακρωτηρι ηταν τα καλυτερα της ζωης μου.

Ενα σκατο εγω επαιζα μουσικη και χορευαν η Βουγιουκλακη , ο Μαρινος, η Καραγιαννη , ο πατερας εφτιαχνε μακαροναδες, η Μαρλεν μιλουσε για τη Μελινα και η Ορνελα Μουτι περιμενε να δει την ανατολη. Καπου εκει τελειωσα με τα καλοκαιρινα παραμυθια.

Ταξιδεψα σε ολο τον κοσμο αλλα η Αλικη δεν χορευει πια. Κυριακη 3 Ιουλιου. Πηρα την πιεση της μανας, εβαλα σκουπα, μαγειρεψα , λεω δοξα σοι ο Θέος ο αθεος .Το λες και ευτυχια….