Curt Smith (left) and Roland Orzabal of English pop duo Tears For Fears, posed together in London, April 1985. (Photo by Michael Putland/Getty Images)
του Κώστα Παυλικιάνη
Το «Everybody Wants To Rule The World» περιλαμβάνεται στον δεύτερο δίσκο των Tears For Fears, «Songs From The Big Chair», που κυκλοφόρησε το 1985.

Οι Tears For Fears είναι ένα ντουέτο που σχηματίστηκε το 1981 από τους Roland Orzabal και Curt Smith στο Bath, μία μικρή και γραφική πόλη της Αγγλίας. Οι δυο τους γνωρίστηκαν όταν ήταν έφηβοι (έχουν διαφορά ηλικίας μόλις δύο μηνών). Για ένα μικρό διάστημα, έπαιζαν σε ένα ska συγκρότημα που ονομαζόταν Graduate, το οποίο κυκλοφόρησε έναν δίσκο το 1980. Έπαιζαν επίσης ως υποστηρικτικοί μουσικοί για τους Neon, ένα new wave συγκρότημα με βάση το Bath, του οποίου οι δύο ηγέτες, ο Pete Byrne και ο Rob Fisher, σύντομα θα γίνονταν οι Naked Eyes. Ο Orzabal και ο Smith αποχώρησαν από τους Graduate και τους Neon το 1981 και ξεκίνησαν το δικό τους συγκρότημα με το όνομα History Of Headaches. Πολύ σύντομα, άλλαξαν το όνομά τους σε Tears For Fears, επηρεασμένοι από τον πρωτοπόρο της πρωτογενούς θεραπείας και γκουρού του John Lennon, Arthur Janov. Μαζί, βρήκαν έναν ζοφερό, μελαγχολικό synthpop ήχο, υποστηρίζοντας τις πλούσιες μελωδίες τους με σαξόφωνα που έπαιζαν σιγανά και με drum machines με echo.
Με τον πρώτο τους δίσκο, «The Hurting» (1983), ο οποίος έγινε No 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι Tears For Fears έγιναν αστέρες στην πατρίδα τους και ανταγωνίστηκαν τον Morrissey ως πρότυπο για τη βρετανική pop της δεκαετίας του 1980, καθώς ο δίσκος αυτός ήταν μια θρηνητική και ζοφερή new wave εξερεύνηση στην αιματοχυσία, τα παιδικά βάσανα και την ψυχική κατάρρευση. Τρία singles ανέβηκαν στο Top 5 του Ηνωμένου Βασιλείου και ένα από αυτά, το «Mad World», είναι πλέον ένα παγκοσμίως αναγνωρισμένο κλασικό τραγούδι. Αλλά τα πράγματα ήταν διαφορετικά στις Η.Π.Α., όπου μόνο ένα single, το «Change», έφτασε στο No 73 των Η.Π.Α. Έτσι, οι Tears For Fears έβαλαν σκοπό να διευρύνουν την απήχησή τους. Έχοντας ήδη επηρεαστεί από την βρετανική προοδευτική μουσική, άρχισαν να ακούν υλικό που ήταν δημοφιλές στη Βόρεια Αμερική και που δεν απευθύνονταν απαραίτητα σε αυτούς ενστικτωδώς: Steely Dan, Bruce Springsteen, Bryan Adams…
Και ενώ ο δεύτερος δίσκος τους, «Songs From The Big Chair», δεν απείχε πολύ όσον αφορά τη θεματική προσέγγιση, ήταν αυτός που τους έκανε διεθνείς αστέρες. Ο τίτλος του δίσκου ήταν εμπνευσμένος από το ψυχολογικό μελόδραμα «Sybil», μία μίνι σειρά του 1976 όπου η Sally Field υποδύεται μια γυναίκα με διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας και που αισθάνεται ασφαλής μόνο στην καρέκλα του θεραπευτή της.
Η μεγαλύτερη επιτυχία που βγήκε από αυτόν τον δίσκο είναι το «Everybody Wants To Rule The World». Πρόκειται για ένα new wave/synth-pop/dance-rock τραγούδι, το οποίο έγραψαν οι Roland Orzabal, Ian Stanley και Chris Hughes, και περιγράφει την επιθυμία των ανθρώπων για έλεγχο και τη δίψα για την εξουσία και πώς η διαφθορά και η αναζήτηση της εξουσίας μπορεί να έχει δυσάρεστες συνέπειες. Οι στίχοι κάνουν νύξεις για αυτό που πολλοί θεωρούσαν εκείνη την εποχή ως την άμεση απειλή ενός παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου, αλλά είναι αρκετά ασαφείς ώστε να μπορεί κανείς να διαβάσει μέσα τους κάθε λογής θέματα.
«Welcome to your life». Καλώς ήρθες στη ζωή σου. Από τη στιγμή που μπαίνεις στον κόσμο, έχεις τραυματιστεί πρώτα από την ίδια σου τη γέννηση και μετά από κάθε επόμενη στιγμή της ύπαρξής σου, καθεμία από τις οποίες θα έχει μια βαθιά και σημαντική επίδραση στη συμπεριφορά σου. Στην παιδική ηλικία, όταν βιώνετε συναισθηματική δυσφορία, αυτός ο πόνος παραμένει, θαμμένος κάτω από τον χρόνο και τη μνήμη.
Το 1970, ο Αμερικανός ψυχολόγος Arthur Janov δημοσίευσε το βιβλίο «Η Πρωτογενής Κραυγή» (The Primal Scream), στο οποίο περιέγραψε λεπτομερώς τη θεωρία του ότι οι νευρώσεις και τα «βάρη» που κουβαλούν μαζί τους οι ενήλικες προκαλούνται από καταπιεσμένα τραυματικά γεγονότα της παιδικής ηλικίας. Την ίδια χρονιά, ο John Lennon και η Yoko Ono υποβλήθηκαν σε συνεδρίες θεραπείας με τον Janov για περίπου πέντε μήνες. Ο Lennon διοχέτευσε τις εμπειρίες του στο σόλο ντεμπούτο του, «John Lennon/Plastic Ono Band» (1970), δημιουργώντας έναν δίσκο από τις συναντήσεις του με τον Janov.
Ο Orzabal και ο Smith βάσισαν ολόκληρη την καριέρα τους στο έργο του Janov. Ακόμα και το όνομα του συγκροτήματος προέρχεται από μία θεωρία για τους εφιάλτες των παιδιών που περιέχεται στην «Πρωτογενή Κραυγή».
Curt Smith (μπασίστας και τραγουδιστής των Tears For Fears): Ουσιαστικά, αν επιτραπεί στα παιδιά να είναι ο εαυτός τους τις ώρες που είναι ξύπνια και να αφήσουν το φυσικό τους κλάμα να βγει, τότε δεν θα ονειρεύονται τέρατα τη νύχτα και να φοβούνται επειδή δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα ότι φοβούνται τους γονείς τους. Δεδομένου ότι το συναισθηματικό άγχος είναι το κεντρικό ζήτημα εδώ, η λύση είναι να ενθαρρύνουμε μια συναισθηματική αντίδραση τόσο έντονη ώστε τα χρόνια κρυμμένου θυμού και πόνου να αναδυθούν από τα βάση του ασυνείδητου.
— — —
Στον δεύτερο δίσκο τους, «Songs From The Big Chair», οι Tears For Fears πήραν το παράδειγμα του Lennon και όσα είχαν μάθει από τον Janov τα εφάρμοσαν σε μελέτες μεμονωμένων θεμάτων: χρήματα, εξουσία, αγάπη, πόλεμος, πίστη. Αλλά εκεί που ο Lennon σημείωσε μικρή επιτυχία, οι Tears For Fears σημείωσαν τεράστια. Οι Tears For Fears συνθέτουν όλα τα στοιχεία του δίσκου «Songs From The Big Chair» -πολυπλοκότητα, ρομαντισμός, ψυχολογία και πολιτική- στο αέναο «Everybody Wants To Rule The World», το οποίο συνοψίζει και την ωρίμανση των ιδρυτικών μελών Roland Orzabal και Curt Smith.
Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο κομμάτι των Tears For Fears, το «Everybody Wants To Rule The World» μεταφέρει με τον πιο επιτυχημένο τρόπο τα ψυχολογικά κείμενα του Janov φιλτραρισμένα σε ένα pop τραγούδι που μπορείς πραγματικά να χορέψεις. Αν και είναι προφανώς ένας στοχασμός πάνω στην εξουσία, θα μπορούσε ο ακροατής να προβάλει σχεδόν κάθε σημαντικό ζήτημα της δεκαετίας του 1980 στους στίχους του τραγουδιού: το περιβάλλον («Turn your back on mother nature»), η φευγαλέα φύση της οικονομικής επιτυχίας («Help me make the most of freedom and of pleasure / Nothing ever lasts forever»), η αυταρχική διακυβέρνηση («Even while we sleep / we will find you»), ο Ψυχρός Πόλεμος («Holding hands while the walls come tumbling down») και ίσως η έλλειψη εμπιστοσύνης στα μέσα ενημέρωσης («On a headline, why believe it?»). Άλλωστε το 1985 ήταν μια πυρετώδης χρονιά. Ο Ronald Reagan ορκίστηκε πρόεδρος για δεύτερη θητεία, η Margaret Thatcher μπήκε στον έκτο χρόνο της πρωθυπουργίας της και ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ ανέλαβε καθήκοντα Γενικού Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος, δεσμευόμενος να «κάνει τα πάντα για να γίνει η σοβιετική πατρίδα μας ακόμα πιο πλούσια και ισχυρή». Υπήρξαν πυρηνικές δοκιμές, έλαβαν χώρα ταραχές, κυκλοφόρησαν οι πρώτες κονσόλες βιντεοπαιχνιδιών Nintendo και η «Επιστροφή Στο Μέλλον» (Back To The Future) κυριάρχησε στο box office, ακολουθούμενη από το «Rambo II: Η Αποστολή» (Rambo: First Blood Part II) και το «Ρόκυ No 4: Η Γιγαντομαχία» (Rocky IV). Εν μέσω όλων αυτών, γράφτηκε το «Everybody Wants To Rule The World», ένα αταίριαστα πρόσχαρο τραγούδι για την ελευθερία, την ευχαρίστηση, την… έλλειψη οράματος και τις γεωπολιτικές μάχες για την εξουσία.
Στο πρώτο κουπλέ οι στίχοι «Welcome to your life / There’s no turning back / Even while you sleep we will found you» μοιάζουν να περιγράφουν τον Μεγάλο Αδελφό και το πώς παρακολουθεί εσένα και όλα όσα κάνεις από τη γέννηση έως τον θάνατο. Η εικόνα σε αυτούς τους στίχους φέρει μια διακριτική οργουελική αύρα, αντανακλώντας έναν κόσμο όπου η ατομική ελευθερία περιορίζεται από εξωτερικές δυνάμεις -είτε πολιτικές, είτε κοινωνικές, είτε προσωπικές. Υπογραμμίζει δε την ένταση μεταξύ της ατομικής δράσης και της συλλογικής επιρροής.
Ο στίχος του ρεφρέν «Acting on your best behaviour» φαίνεται να αποτελεί συνέχεια του πρώτου κουπλέ. Η φράση ίσως αναφέρεται στην απαίτηση των απολυταρχικών καθεστώτων από τους πολίτες να ακολουθούν τους κανόνες και να εκτελούν συνεχώς τα καθήκοντά τους προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κράτους. Υποδηλώνει την πίεση για να εμφανιζόμαστε και να πράττουμε σύμφωνα με τους κοινωνικούς κανόνες, ακόμη και όταν αυτό μπορεί να μην ευθυγραμμίζεται με τις πραγματικές επιθυμίες μας ή τη φύση μας. Αντανακλά τους συμβιβασμούς που κάνουν τα άτομα για να ενταχθούν σε έναν κόσμο που καθοδηγείται από τη φιλοδοξία και τη μάχη για την εξουσία. Τελικά, αυτός ο στίχος αποτυπώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε έναν κόσμο όπου το «φαίνεσθαι» και ο έλεγχος έχουν προτεραιότητα έναντι της αυθεντικότητας και της σύνδεσης. Ο στίχος «Turn your back on Mother Nature» θα μπορούσε ενδεχομένως να αναφέρεται στον πόλεμο και στην περιβαλλοντική καταστροφή που αφήνει πίσω του, λόγω των μαζικών θυμάτων, των καταστροφικών όπλων και της αυξημένης βιομηχανικής παραγωγής. Η φύση του στίχου «Everybody wants to rule the world» τον καθιστά πολύ ανοιχτό σε προσωπική ερμηνεία. Ο καθένας έχει διαφορετικό όραμα για το τι θα έκανε για να βελτιώσει τον κόσμο, αν ποτέ ασκούσε εξουσία, και αυτός ο στίχος μπορεί εύκολα να πυροδοτήσει αυτές τις ειδυλλιακές προσωπικές εικόνες στο κεφάλι του ακροατή. Επιπλέον, η έντονη επιρροή του Ψυχρού Πολέμου στους στίχους υπονοεί επίσης ότι ο δημιουργός ονειρεύεται να εξαλείψει όλο τον τρόμο, την ανησυχία και την απανθρωπιά που προκάλεσε ο συνεχιζόμενος Ψυχρός Πόλεμος και μακάρι να είχε τη δύναμη να κυβερνήσει τον κόσμο και να τα διορθώσει όλα. Αυτός ο στίχος αντηχεί σε κάθε εποχή και πλαίσιο, από την προσωπική μάχη για τον έλεγχο έως τους ιστορικούς και πολιτικούς αγώνες εξουσίας. Σήμερα είναι εξίσου επίκαιρος, όσο ήταν και το 1985, αγγίζοντας θέματα ηγεσίας, απληστίας και κοινωνικών συγκρούσεων. Η επανάληψη αυτού του στίχου στο ρεφρέν ενισχύει το αναπόφευκτό του, σαν η ανθρωπότητα να είναι παγιδευμένη σ’ έναν κύκλο επιδίωξης της κυριαρχίας.
Το δεύτερο κουπλέ ξεκινά με τον στίχο «It’s my own design / It’s my own remorse». Αυτή η ενδοσκοπική στιγμή κάνει το τραγούδι να μοιάζει παγκόσμιο, δείχνοντας πως τόσο τα άτομα όσο και οι κοινωνίες παλεύουν με την επιδίωξη της κυριαρχίας και τις συνέπειες των πράξεών τους. Αναφέρεται δε στην ανθρώπινη κατάσταση και την πολυπλοκότητα της φιλοδοξίας, ένα θέμα που παραμένει διαχρονικό. Ακολουθεί ο στίχος «help me to decide», ο οποίος θα μπορούσε να αναφέρεται στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, το οποίο επιτρέπει στους πολίτες να αποφασίζουν για το μέλλον της χώρας τους. Κατά μία άλλη εκδοχή, μπορεί να αναφέρεται στην εξωτερική πολιτική της συνεργασίας των χωρών μέσω της διπλωματίας και, ακολουθώντας αυτό το νήμα, να αποτελεί μία έκκληση προς τη Σοβιετική Ένωση να συνεργαστεί μαζί τους για να αμβλυνθεί η ένταση που δημιουργήθηκε. Ο τελευταίος στίχος του δεύτερου κουπλέ φαίνεται να είναι απόσπασμα μιας πρότασης που ολοκληρώνεται στον πρώτο στίχο του επόμενου ρεφρέν: «Help me make the / most of freedom and of pleasure» και αποτελεί μια έκκληση -σε πολίτες; σε χώρα;- να βοηθήσει ώστε να επιτευχθεί η ελευθερία και η ευτυχία των πολιτών, οι οποίες τώρα απειλούνται από την πιθανότητα πυρηνικού πολέμου. Ο αφηγητής ισχυρίζεται εδώ ότι η εξουσία μπορεί να του φέρει την ελευθερία, υπονοώντας ότι η ελευθερία θα οδηγήσει απαραίτητα στην ευτυχία. Ωστόσο, πολλοί θεωρητικοί έχουν υποστηρίξει ότι οι ιεραρχικές δομές εξουσίας δεν αποτελούν στην πραγματικότητα ελευθερία για την κοινωνία. Η αναρχική θεωρητικός Emma Goldman είπε για την εξουσία (στο πλαίσιο της διακυβέρνησης): «Πραγματικά, η κεντρική ιδέα της κυβέρνησης είναι η αδικία. Με την αλαζονεία και την αυτάρκεια του βασιλιά που δεν μπορούσε να κάνει λάθος, οι κυβερνήσεις θεσπίζουν, κρίνουν, καταδικάζουν και τιμωρούν τα πιο ασήμαντα αδικήματα, ενώ παράλληλα διατηρούν για τον εαυτό τους το μεγαλύτερο από όλα τα αδικήματα, την εξάλειψη της ατομικής ελευθερίας».
Στη γέφυρα του τραγουδιού, ο στίχος «There’s a room where the light won’t find you» φαίνεται σαν να αναφέρεται σε ένα πυρηνικό καταφύγιο, όπου κάποιος θα ήταν ασφαλής από την εκτυφλωτική λάμψη της πυρηνικής έκρηξης. Δεδομένου ότι το τραγούδι γράφτηκε κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά τεταμένης και πολωμένης φάσης του Ψυχρού Πολέμου, με κύριους ανταγωνιστές τις Η.Π.Α. και τη Σοβιετική Ένωση, η λέξη «walls» στον στίχο «Holding hands while the walls come tumbling down» θα μπορούσε να είναι μεταφορικά το Σιδηρούν Παραπέτασμα ή, με την απόλυτη κυριολεκτική έννοια, το Τείχος του Βερολίνου. Το τι θα προκαλούσε την κατάρρευση «tumbling down» αφήνεται κατά κάποιο τρόπο στον ακροατή: ίσως θα ήταν ένας πυρηνικός πόλεμος και μια αμοιβαία εξασφαλισμένη καταστροφή ή αναφέρεται απλώς στο τέλος της παγκόσμιας τάξης του Ψυχρού Πολέμου. Η γέφυρα κλείνει με τον στίχο «When they do, I’ll be right behind you», ο οποίος πιθανότατα αναφέρεται στην πολιτική αντιποίνων της «αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής» που θα εφαρμοζόταν στην περίπτωση που οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές του Ψυχρού Πολέμου εκτόξευε πυρηνικό πύραυλο εναντίον της άλλης. Με αυτόν τον τρόπο, οι προηγούμενοι στίχοι είναι ουσιαστικά μια δήλωση προς την αντίπαλη πλευρά: «Αν πυροβολήσεις εναντίον μου με στόχο τη γη μου και τον λαό μου, θα ανταποδώσω τα πυρά».
Όσον αφορά στον στίχο «So sad they had to fade it», ο παραγωγός Chris Hughes μιλώντας για το «Shout» ανέφερε τα εξής:
– Όταν το τελειώσαμε, ήταν πολύ μεγάλο, υπερβολικά μεγάλο για single. Υπήρχε συζήτηση για το πώς έπρεπε να σβήσει και πως να το επεξεργαστούμε και λοιπά, κάτι που έδωσε το έναυσμα να μπει στο «Everybody Wants To Rule The World» ο στίχος «So sad they had to fade it…».
— — —
Οι στίχοι «I can’t stand this indecision / married with a lack of vision» φαίνεται να εκφράζουν απογοήτευση για αυτό που θεωρούν αναποφασιστικότητα «παντρεμένη» με την έλλειψη οποιασδήποτε διορατικότητας από τους παγκόσμιους ηγέτες (ΗΠΑ/NATO – ΕΣΣΔ/Σύμφωνο της Βαρσοβίας), σε μια εποχή που και οι δύο ακονίζουν ταυτόχρονα τα ξίφη τους. Αυτό βγάζει νόημα αν αναλογιστούμε ότι αυτό το τραγούδι γράφτηκε το 1984, την εποχή που ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν στην κορύφωση. Αργότερα, οι εντάσεις άρχισαν σταδιακά να μειώνονται, με τον Γκορμπατσόφ να ανέρχεται το 1985 στην εξουσία της Σοβιετικής Ένωσης και να εφαρμόζει μέτρα όπως η γκλάσνοστ και η περεστρόικα. Ο στίχος «Say that you’ll never, never, never, never need it» πιθανότατα αναφέρεται στο ότι πολλές χώρες λένε ότι δεν θα χρειαστούν ποτέ τα πυρηνικά τους όπλα, αλλά τα κατασκευάζουν απλά ως προφύλαξη. Ακολουθεί ο στίχος «one headline, why believe it?». Ένας τρόπος ερμηνείας είναι ότι αν μια είδηση ή ένα άρθρο λέει κάτι, γιατί να το πιστέψεις; Ένας άλλος τρόπος είναι ότι αν όλοι πιστεύουν ένα πράγμα αλλά εσύ όχι, να ακολουθείς αυτό που πιστεύεις.
Το «Everybody Wants To Rule The World» είναι ένα από εκείνα τα τραγούδια που ακούγονται σαν να παίρνουν θέση για το ένα ή το άλλο ζήτημα, αλλά ποτέ δεν κάνουν σαφή τα επιχειρήματά τους. Υπάρχει μια γενική θέση εκεί μέσα -οι άνθρωποι θέλουν εξουσία- αλλά δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη προσπάθεια να διερευνηθεί τι μπορεί να σημαίνει αυτό ή πώς μπορούν να γίνουν όλα μαντάρα.
Μπορεί στιχουργικά το τραγούδι να είναι ασαφές, αλλά από μουσικής άποψης έχει ενδιαφέρον ως προς τον τρόπο που εξελίχθηκε. Κάποια στιγμή, εκείνη την εποχή, κάθε σπουδαίος pop δίσκος άρχισε να ακούγεται σαν κάθε άλλο σημαντικό pop δίσκο. Οι διακρίσεις στα ήδη μουσικής εξαφανίστηκαν. Τα επίδοξα teen idols, οι party-funk μηχανές που περιοδεύανε, οι αστρικοί εξερευνητές του prog της δεκαετίας του 1970, οι φωνακλάδες της arena rock, τα είδωλα των παιδιών της μεταπολεμικής γενιάς που προσπαθούσαν ξαφνικά να κατανοήσουν τη διαδικασία της ωρίμανσης -όλοι τους έπαιζαν στον ίδιο χώρο. Όλοι χρησιμοποιούσαν προκαθορισμένους ρυθμούς, βροντερά περιφραγμένα τύμπανα, σόλο κιθάρας επεξεργασμένα με ηχώ μέχρι θανάτου, και λαμπερά synthesizers Fairlight. Αυτοί οι ήχοι έγιναν τα δομικά στοιχεία της παγκόσμιας γλώσσας της pop εκείνης της συγκεκριμένης στιγμής.
Ξαφνικά το ερώτημα ήταν ποιος ήταν καλύτερος στο να παίζει με αυτούς τους μεγάλους, τετραγωνισμένους, ακριβούς μέσα στον πυρετό της κοκαΐνης ήχους. Ο Phil Collins ένιωθε απόλυτα άνετα σε αυτό το ηχητικό περιβάλλον. Αυτός είναι εν μέρει ο λόγος που μια τόσο απλή φιγούρα κατάφερε να γίνει σούπερ σταρ. Ο Bruce Springsteen αποδείχθηκε εκπληκτικά επιδέξιος σε αυτό. Έπλεκε με μια παράξενη χάρη υφές από synthesizer στους ύμνους που φώναζε στα στάδια. Τα πραγματικά υπερβατικά αστέρια της pop στα μέσα της δεκαετίας του 1980 -οι Michael Jackson, Prince και Madonna όλου του κόσμου- μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν αυτή την ηχητική υπογραφή ως μέθοδο για να αναδείξουν την προσωπικότητά τους στον κόσμο.
Το βρετανικό ντουέτο των Tears For Fears μιλούσε κι αυτό την ίδια γλώσσα. Το 1985, η Δεύτερη Βρετανική Εισβολή -ο καταρράκτης των ταραγμένων παιδιών της synthpop που ξεπήδησαν από το MTV- είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Ο ήχος μιας φωνής που διακηρύσσει αινιγματικά τίποτα πάνω από πλήκτρα που κάνουν beep δεν φαινόταν πλέον σαν το μέλλον. Όταν έκαναν το ντεμπούτο τους, οι Tears For Fears ήταν χαμένοι σ’ εκείνη την στιγμή. Έκαναν μεγάλες επιτυχίες στην πατρίδα τους, αλλά δυσκολεύτηκαν να βρουν ανταπόκριση στην Αμερική. Στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν ήδη τρία singles που ανέβηκαν στο Top 5 και ένιωθαν αρκετά ικανοποιημένοι με την επιτυχία τους, αλλά ο παραγωγός τους, Chris Hughes, γνώριζε ότι τα τραγούδια που έγραφε ο Orzabal, σε συνδυασμό με την έντονη μελωδική αίσθηση του Smith, θα μπορούσαν να κερδίσουν το κοινό παγκοσμίως. Στον δεύτερο δίσκο τους, οι Tears For Fears έθεσαν ως στόχο να κατακτήσουν την απέναντι όχθη του Ατλαντικού.
Chris Hughes: Η τάση στη Βρετανία εκείνη την εποχή ήταν να δημιουργούνται έξυπνοι, εσωστρεφείς synth-pop δίσκοι, και αυτό είχαμε κάνει με το «The Hurting». Πίστευα ότι η σύνθεση των τραγουδιών του Orzabal ήταν καθολική και ότι θα μπορούσαμε να έχουμε ένα πιο αμερικάνικο, αν θέλετε, ύφος δίσκου. Η συνολική εντύπωση όταν ξεκινήσαμε το «Songs From The Big Chair» ήταν ότι επρόκειτο για έναν σπουδαίο δίσκο, οπότε ένιωθα ότι όλα κινούνταν ήδη προς αυτή την κατεύθυνση.
— — —
Το «Everybody Wants To Rule The World» ηχογραφήθηκε το 1984 σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, στο στούντιο Wool Hall, στο Beckington της Αγγλίας. Ήταν το τελευταίο κομμάτι που ηχογραφήθηκε για τον δίσκο. Μηχανικός ήχου ήταν ο Dave Bascombe και παραγωγός ο Chris Hughes, πρώην drummer των Adam And The Ants, ο οποίος έκανε την παραγωγή και στον πρώτο δίσκο του συγκροτήματος.
Ο Roland Orzabal και ο Curt Smith είχαν περάσει πολλούς μήνες δουλεύοντας και ξαναδουλεύοντας τον δίσκο «Songs From The Big Chair». Κάθε τραγούδι περιλάμβανε ατελείωτη ανάλυση και προσαρμογή σε κάθε στάδιο της ηχογράφησης, για να βεβαιωθούν ότι οι βαρύγδουποι στίχοι του Orzabal αποδίδονταν με άφθονη δύναμη και η μουσική τους μετέδιδε τον εκλεπτυσμένο αλλά και προσιτό ήχο που ήθελαν. Αφού ολοκλήρωναν τις ηχογραφήσεις τους στις 6 μ.μ., αφιέρωναν μία ώρα επανεξετάζοντας πολλές φορές κάθε ηχογράφηση.
Σε μία συνέντευξη στο περιοδικό Mix, ο Chris Hughes εξήγησε ότι προς το τέλος των ηχογραφήσεων, ο Roland Orzabal μπήκε στο στούντιο και έπαιξε δύο απλές συγχορδίες στην ακουστική του κιθάρα. Δεν τις σκέφτηκε πολύ κι όμως δεν μπορούσε να σταματήσει να τις παίζει. ο Hughes ενθάρρυνε τον Orzabal να ολοκληρώσει το τραγούδι κι έτσι αυτές οι δύο συγχορδίες έγιναν η βάση για το «Everybody Wants To Rule The World», το οποίο ηχογραφήθηκε «αβίαστο», αν και υπέστη κάποιες αλλαγές.
Chris Hughes: Είχα ένα μικρό ηλεκτρονικό sequencer MIDI των 8-bit που ονομαζόταν UMI [Universal Musical Interface] και προγραμμάτισα αυτές τις δύο συγχορδίες και μία γραμμή μπάσου και το έβαλα να τρέχει κατά διαστήματα για μέρες στο στούντιο. Ο Roland δεν ενδιαφερόταν καθόλου. Είπα:
– Πρέπει να φύγεις και να γράψεις αυτό το τραγούδι! Ξέρω ότι έχει μόνο δύο συγχορδίες, αλλά είναι πραγματικά, πραγματικά καλό.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, ήρθε ουσιαστικά με τη γραμμή του ρεφρέν. Από την ημέρα που ήρθε μ’ εκείνη τη γραμμή του ρεφρέν, εγώ, ο Ian Stanley και ο Roland καθίσαμε και το τελειώσαμε όλο σε περίπου μια εβδομάδα. Αν βάλεις τα masters των 2 ιντσών αυτού του τραγουδιού τώρα, κάνει τη μίξη σχεδόν μόνο του. Είναι πολύ απλό.
— — —
Στην αρχική του εκδοχή ο στίχος έλεγε «Everybody wants to go to war», αλλά το συγκρότημα δεν ένιωθε άνετα με την ωμότητα του στίχου και γι’ αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα ευχαριστημένο. Ειδικά τον Orzabal το τραγούδι αυτό τον άφηνε αδιάφορο και δεν ήταν πεπεισμένος για τις δυνατότητές του. Πεπεισμένος δεν ήταν ούτε ο Curt Smith. Πίστευαν ότι ο δυνατός ανάμεικτος ρυθμός ακουγόταν πολύ χαρούμενος. Για ένα διάστημα, δεν ήταν καν σίγουροι αν ήθελαν το τραγούδι στον δίσκο. Επειδή έγραψαν το τραγούδι τόσο γρήγορα και πιθανώς επειδή ήταν εξαντλημένοι και έτοιμοι να πάνε σπίτι, δεν το πήραν πολύ σοβαρά και σκέφτηκαν ότι ήταν ένα ευχάριστο τραγουδάκι που εξισορροπούσε πιο έντονα κομμάτια όπως το «Shout» και το «Broken». Το γεγονός ότι οι Tears For Fears δεν ήταν σίγουροι για το τραγούδι που είχαν γράψει, ώθησε τον Hughes και τον David Bates (στέλεχος της δισκογραφικής τους εταιρείας) να τους πείσουν να το ηχογραφήσουν -έστω και απρόθυμα- σε μια υπολογισμένη προσπάθεια να γνωρίσει το συγκρότημα επιτυχία στα αμερικανικά charts.
Roland Orzabal: Ο Chris και ο David ήταν ανένδοτοι σε αυτό. Ήθελαν κάποιο είδος αμερικάνικης επιτυχίας για τις ώρες αιχμής της οδήγησης -ό,τι κι αν ήταν αυτό- και πίστευαν ότι θα μπορούσε να γίνει. Αλλά ούτε ο Curt ούτε εγώ είμασταν πεπεισμένοι. Έτσι, ο Chris είπε:
– Εντάξει, θα κάνουμε για μια μέρα κανονική ηχογράφηση για τα άλλα τραγούδια και στο τέλος της ημέρας θα βάλουμε τα beats, θα παίξουμε και θα πειραματιζόμαστε με αυτό.
— — —
Τυπικό της pop της δεκαετίας του 1980 όπου ήταν κυρίαρχα τα synthesizers, ολόκληρο το τραγούδι ήταν προγραμματισμένο σε synthesizer και τα μόνα οργανικά στοιχεία ήταν μερικά μέρη κιθάρας και τα φωνητικά του Smith και του Orzabal. Ένα τυχαίο riff βοήθησε τον Orzabal να δημιουργήσει τον χαρακτήρα του τραγουδιού στην κιθάρα του, μία Fender Stratocaster. Κατασκευασμένη από το 1980 έως το 1983, αυτή η πολυτελής έκδοση της Fender Stratocaster, με σώμα καρυδιάς, προσέφερε μαγνήτη εννέα θέσεων και διέθετε χρυσά εξαρτήματα, χρωματιστό κοντάκι και μοναδική γέφυρα. Αλλά η κιθάρα δεν είχε κύριο ρόλο στη μουσική των Tears For Fears εκείνη την εποχή. Περίπου 6 μήνες πριν γράψουν και ηχογραφήσουν τα τραγούδια του «Songs From The Big Chair», κυκλοφόρησαν το single «Mother’s Talk», ένα κομμάτι που είχαν ηχογραφήσει με μεγάλη δυσκολία, χρησιμοποιώντας κυρίως synthesizers.
Roland Orzabal: Ήταν μια πολύ επώδυνη διαδικασία. Ήταν κυρίως με synthesizer, marimba και ξυλόφωνα. Δεν υπήρχε πολύ rock σ’ αυτό. Ο Chris Hughes επέστρεψε για να μας κάνει την παραγωγή και τα άλλαξε όλα. Ήταν μια δύσκολη διαδικασία, αλλά φάνηκε να αρέσει στη δισκογραφική εταιρεία.
— — —
Με ένα μήνα άδεια για να γράψει τραγούδια για τον νέο δίσκο, ο Orzabal αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Bath και άρχισε να δουλεύει χρησιμοποιώντας την κιθάρα του, ένα synthesizer Prophet 5 και ένα ρυθμικό κουτί LinnDrum.
Roland Orzabal: Ο κάτω όροφος δεν είχε έπιπλα, οπότε υπήρχε πολλή ηχώ. Αντέγραφα τα μέρη των drums από ορισμένους δίσκους στο drum machine. Μου έδινε αυτοπεποίθηση γνωρίζοντας ότι είχε δημιουργήσει ένα σπουδαίο τραγούδι και έγραφα πάνω σε αυτούς τους ρυθμούς.
— — —
Ένας από αυτούς τους ρυθμούς ήταν από το «Waterfront» των Simple Minds.
Roland Orzabal: Αυτό το απλό «μπα-μπαμ, μπα-μπαμ, μπα-μπαμ» ήταν η γκρανκάσα και το ταμπούρο. Υπήρχε ένα άλλο κομμάτι, των Lynx, με τίτλο «Throw Away The Key», κι αυτό είχε ένα πολύ περίεργο high-hat μέρος. Κι είχα αυτό το άλλο μοτίβο για να αντισταθμίσω το μέρος του high-hat και να το βάλω μέσα. Μόλις πήραμε αυτούς τους στίχους, ήταν ένα χαρούμενο τραγούδι. Ήταν ένα ακόμα τραγούδι από την εμπειρία μου να βάζω υπέροχους ρυθμούς στο LinnDrum, αυτή τη φορά το «Waterfront» των Simple Minds και το «Throw Away The Key» των Linx. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχα τους στίχους. Αρχικά ονομαζόταν «Everybody Wants To Go To War», κάτι που ήξερα ότι δεν θα λειτουργούσε. Η σύζυγός μου, η Caroline, το λάτρεψε αλλά όταν είσαι ένας τραγουδοποιός που δεν σου αρέσει ο στίχος, το τραγούδι πεθαίνει. Ήταν ο παραγωγός μας, ο Chris Hughes, που υποστήριξε το κομμάτι. Έφτασε στο σημείο που στις 6 μ.μ., στο τέλος κάθε συνεδρίας, μας έβαζε να περνάμε μία ώρα εξετάζοντάς το ξανά και ξανά. Και μετά κούρδισα τη χορδή Μι της κιθάρας σε Ρε και μου ήρθε αυτή η μελωδία. Δεν το σκέφτηκα καθόλου, για να είμαι ειλικρινής μαζί σου. Δεν είχε το βάθος του άλλου υλικού στο οποίο δούλευα. Αλλά άρεσε στη γυναίκα μου τότε κι έτσι σκέφτηκα ότι εντάξει, ίσως κάνω λάθος. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν θα έπρεπε να λέγεται «Everybody Wants To Go To War», που ήταν ένας ενοχλητικός τίτλος. Άλλαξα το τραγούδι σε «…Rule The World» και τότε είπα «ναι, αυτό είναι καλό».
— — —
Τρία ρυθμικά κομμάτια μαζί, λοιπόν, ενέπνευσαν τον συναρπαστικό ρυθμό που είναι το σήμα κατατεθέν του «Everybody Wants To Rule The World». Ο Orzabal αναγνώρισε ότι το ανάμικτο beat που χρησιμοποιήθηκε στο τραγούδι ήταν «ξένο» ως προς τον τρόπο που έγραφαν μουσική, δηλώνοντας ότι ήταν περισσότερο εύθυμο και όχι τόσο οριοθετημένο και άκαμπτο όπως το «Shout», αλλά συνέχισε τη διαδικασία να γίνει πιο εξωστρεφές. Παράλληλα, ο Orzabal άλλαξε τον τίτλο του τραγουδιού, προτιμώντας τη λιγότερο διδακτική εκδοχή. Όταν άλλαξε η φράση στον τίτλο που γνωρίζουμε, τότε όλα έγιναν όπως έπρεπε καθώς το τραγούδι προκάλεσε αρκετό ενδιαφέρον ώστε να εμποδίσει τον δημιουργό του να το πετάξει. Τελικά, το «Everybody Wants To Rule The World» αποτέλεσε προσθήκη της τελευταίας στιγμής.
Η παρτιτούρα του τραγουδιού το αναφέρει σε κλίμακα Ρε ματζόρε (αν και το πρωτότυπο έχει μία ελαφριά απόκλιση), με χρόνο 12/8 και tempo στα 112 beats το λεπτό. Το κομμάτι φέρει ορισμένα χαρακτηριστικά της εποχής του, ιδιαίτερα στην υιοθέτηση συνθετικών μελωδιών, ωστόσο ανάμεσα στα εξέχοντα synthesizer και στα drums, το «Everybody Wants To Rule The World» είναι γεμάτο με ηλεκτρικές και ακουστικές κιθάρες που παίζονται από τον Orzabal, ο οποίος χειρίστηκε το πρώτο break του τραγουδιού -το «ρυθμικό σόλο» όπως το αποκαλεί. Αλλά όταν ο Hughes και ο Bates αποφάσισαν ότι το τραγούδι χρειαζόταν ένα εκρηκτικό σόλο για το φινάλε του τραγουδιού, ο Orzabal ήξερε ότι αυτό δεν ήταν το φόρτε του. Έτσι, το δεύτερο σόλο το έπαιξε ο Neil Taylor, κιθαρίστας στις περιοδείες του συγκροτήματος.
Αναλυτικά, στην ηχογράφηση έπαιξαν οι: Roland Orzabal (ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα, πρώτο σόλο κιθάρας, synthesizers Yamaha DX7 και Prophet T-8, φωνητικά), Curt Smith (synth-bass PPG Wave, βασική φωνή), Ian Stanley (synthesizers Yamaha DX7 και Fairlight CMI και προγραμματισμός Oberheim DMX), Manny Elias (drums, προγραμματισμός Oberheim DMX), Neil Taylor (ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα, δεύτερο σόλο κιθάρας) και Chris Hughes (προγραμματισμός Oberheim DMX και MIDI).
Roland Orzabal: Το ηχογραφήσαμε με τον Curt να το τραγουδάει. Δεν ήθελα να το τραγουδήσω -δεν ήθελα να έχω καμία σχέση μ’ αυτό. Νομίζαμε ότι ο ρυθμός ήταν πολύ αργός, οπότε κάθε φορά που ηχογραφούσαμε τον ανεβάζαμε τουλάχιστον 2%. Ως αποτέλεσμα, η τονικότητα κατέληξε μεταξύ Ρε και Μι ύφεσης. Την κιθάρα την αγόρασα μόνο και μόνο για την εμφάνισή της. Είχε χρυσό παντού. Εκεί που θα είχες τον έλεγχο του τόνου στη γέφυρα, είχες έναν διακόπτη επιλογής μαγνήτη. Έπαιξα την κιθάρα μέσω ενός συμπιεστή Boss -θυμάμαι ότι ήταν μπλε [πιθανότατα το πεντάλ Compression Sustainer CS-2, που κυκλοφόρησε το 1982]- σε ένα Roland JC-120 με ενεργοποιημένο το chorus. Αυτό είναι όλο. Το πρώτο σόλο είναι ένα ρυθμικό σόλο, που είναι στο είδος μου και το έκανα εγώ. Φτιάχτηκε σχεδόν μέτρο προς μέτρο και έπρεπε να προσθέσουμε τόσα πολλά πράγματα, επειδή το επινοούσαμε καθώς προχωρούσαμε, που μπήκαν για να πάρει κάπως τη μορφή του. Στο τέλος του τραγουδιού αποφάσισαν να βάλουν ένα πραγματικό, κανονικό σόλο κιθάρας και ο πρώτος που είπαμε, χωρίς να το σκεφτούμε, ήταν ο Neil Taylor. Ο Neil περιφερόταν στους Tears For Fears για λίγο καιρό αλλά ήθελε να κάνει το δικό του υλικό. Αλλά πάντα ξέραμε ότι είχε ένα πολύ χαρακτηριστικό τρόπο παιξίματος -πολύ καλύτερο από μας όταν πρόκειται να παίξει τη βασική κιθάρα. Ήταν απλά δύο λήψεις μαζί και είναι πραγματικά απίστευτος.
— — —
Ο Hughes λέει ότι αυτός, ο Orzabal και ο Stanley έφτιαξαν το τραγούδι σε μια εβδομάδα, κάτι που είναι εκπληκτικό επειδή το κομμάτι έχει τόσα πολλά στοιχεία: το αστραφτερό synthesizer στην αρχή σε συνδυασμό με την κεντρική φιγούρα μιας κιθάρας σαν αράχνη, το γρήγορο ορχηστρικό μέρος πριν τον εναρκτήριο στίχο, τον ανάμικτο και δυνατό ρυθμό των τυμπάνων, που έχει λίγη από τη δύναμη της industrial μουσικής που μόλις άρχιζε να γίνεται από μόνη της ένα ξεχωριστό είδος, τα μικρά κοφτερά riffs, το ρεφρέν, τη γέφυρα όπου οι κιθάρες ανεβαίνουν απότομα και σε κινητοποιούν, ενώ οι νωχελικές φωνές των Smith και Orzabal ξαφνικά βρίσκουν λίγη δύναμη, το μελαγχολικό ορχηστρικό πέρασμα, ένα σόλο κιθάρας, μετά μία νέα μελωδία για κουπλέ και ένα ακόμη σόλο κιθάρας. Και η ιδιοφυία του «Everybody Wants To Rule The World» έγκειται στο πώς κλιμακώνεται, στο πώς όλες αυτές οι μικρές ιδέες δεν υπερβαίνουν ποτέ τη μελωδία ή τον ρυθμό και πώς κάθε μέρος ενισχύει ολοένα περισσότερο το πάθος της μουσικής. Εκτός από τον άτυπο ρυθμό, η ενορχήστρωση αυτού του τραγουδιού είναι ενδιαφέρουσα. Αν και χρησιμοποιούνται κυρίως οι συγχορδίες Λα και Σολ, ενσωματώνει σε μεγάλο βαθμό την έκτη σε αυτές τις συγχορδίες, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει μια σιωπηλή νότα Μι στο μεγαλύτερο μέρος της μελωδίας. Πρόκειται για μία τεχνική που δεν απέχει πολύ από την παραδοσιακή ινδική μουσική και η πρώτη της χρήση στην pop μουσική μπορεί να εντοπιστεί στην εμπνευσμένη από τη raga μουσική του George Harrison και των Rolling Stones.
Ως τραγούδι το «Everybody Wants To Rule The World» είναι σαφώς ένα έξυπνο και καλά υλοποιημένο όραμα και το είδος της θεματογραφίας με την οποία μπορεί να παθιαστούν οι θεωρητικοί του χάους. Οι Tears For Fears δεν θα μπορούσαν να είχαν γράψει πιο ταιριαστό κομμάτι για την εποχή. Είναι ένα στοχαστικό σχόλιο για μια εποχή τόσο διεφθαρμένη οικονομικά και πνευματικά. Αν και μουσικά πρόκειται για ένα παραπλανητικά αισιόδοξο, πολύ μελωδικό και πιασάρικο τραγούδι, το στιχουργικό του θέμα είναι στην πραγματικότητα αρκετά σκοτεινό, μηδενιστικό και τραγικό.
Curt Smith: Η ιδέα είναι αρκετά σοβαρή. Αφορά όλους όσοι θέλουν την εξουσία, τον πόλεμο και τη δυστυχία που προκαλεί. Μπήκα μια μέρα στο στούντιο και είχαν γράψει αυτό το τραγούδι γύρω από αυτόν τον ρυθμό και ήταν πολύ εμπορικό, οπότε είπαν:
– Αυτό είναι, θα το τραγουδήσεις. Πήγαινε και κάν’ το!
Έτσι το έκανα. Ακούγεται αμερικάνικο επειδή είναι σαν μουσική οδήγησης και πολλοί Αμερικανοί το λατρεύουν αυτό.
— — —
Το τραγούδι έχει μια πλούσια, πολυεπίπεδη παραγωγή και κάνει έντονη χρήση των sequencers MIDI, που ήταν τότε μία νέα τεχνολογία. Το μοτίβο του synthesizer προήλθε από το DX7. Η εισαγωγή του «Everybody Wants To Rule The World» περιλαμβάνει έναν συνδυασμό δειγματοληπτικής χορωδίας, ακολουθιών DX7 και ηλεκτρικής κιθάρας. Το DX7 εμφανίζεται από την αρχή του τραγουδιού, με την κατιούσα από πέντε νότες που ανοίγει το κομμάτι. Οι περισσότεροι ήχοι του DX7 στο «Everybody Wants To Rule The World» είναι πολυεπίπεδοι, με δύο διαφορετικές προεπιλογές στο DX7 να παίζουν την ίδια ακολουθία. Τα μέρη του DX7 ντουμπλάρονται από μία ηλεκτρική κιθάρα. Ο ήχος της χορωδίας, που διατηρεί μια μακρά νότα στην εισαγωγή και παίζει μια μελωδία κατά τη διάρκεια της γέφυρας, προέρχεται από το Fairlight CMI του συγκροτήματος. Το μέρος αυτό συνδυάζει δύο samples: το ΟΟΗΗ1, που έχει έναν πιο απαλό και μελωδικό ήχο, και το CHOIR6, που έχει μια πιο εμφανή παρουσία. Το εμβληματικό μοτίβο δύο συγχορδιών του «Everybody Wants To Rule The World» ηχογραφήθηκε σε ένα Sequential Prophet T-8 παίζοντας ένα μέρος που ακούγεται σαν πρόχειρη προσέγγιση κιθάρας. Το Prophet T-8 είναι μια αναβαθμισμένη έκδοση του πιο διάσημου Prophet-5, διαθέτοντας πλήρη 8φωνη πολυφωνία, σταθμισμένα πλήκτρα, λειτουργίες split και layer, ταχύτητα, aftertouch και MIDI.
Roland Orzabal: Το Prophet T-8 είναι ακόμα καλύτερο από το 5, νομίζω ότι είναι το αγαπημένο μου αναλογικό synth. Μου αρέσει το σταθμισμένο στο πιάνο keyboard -στην πραγματικότητα όλα όσα βρήκα λάθος στο Prophet-5, όπως το γεγονός ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσεις τον τροχό της διαμόρφωσης, φαίνεται να έχουν διορθωθεί στο T8. Έχεις ενσωματωμένη διαμόρφωση, ευαισθησία αφής και μου αρέσει πολύ το Poly Mod.
— — —
Το μέρος των συγχορδιών του Prophet T-8 είναι στρωμένο και με πλήκτρα από το Yamaha DX. Στην αρχή, αυτά τα πλήκτρα παίζουν παράλληλα με το Prophet, ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο συγχορδιών με τις δύο νότες, αλλά στα κουπλέ το Prophet αποσύρεται αφήνοντας μόνο τα πλήκτρα του DX να αναλάβουν την ακολουθία.
Ο Curt Smith ηχογράφησε μία νέα γραμμή μπάσου με το PPG Wave. Ο Ian Stanley ανέφερε στο περιοδικό Keyboard (τεύχος Νοεμβρίου 1985) ότι ο ήχος του συνθετικού μπάσου στο «Everybody Wants To Rule The World» ήταν ένας συνδυασμός γραμμής μπάσου από το PPG, μέσω MIDI, που μιξαρίστηκε με ένα DX7. Η προεπιλογή του DX7 που χρησιμοποιήθηκε είναι η ROM1B32-BASS4, ένας φωτεινός, δυνατός ήχου μπάσου που είναι ευαίσθητος στην ταχύτητα -που σημαίνει ότι η δυναμική της εκτέλεσης επηρεάζει τον τόνο. Το επίπεδο κύματος του PPG προέρχεται από μία τροποποιημένη έκδοση της προεπιλογής 013A, με πιο χαμηλή τη ρύθμιση κύματος του ταλαντωτή και μειωμένο το βάθος φακέλου φίλτρου.
Οι ήχοι των τυμπάνων στο «Everybody Wants To Rule The World» προέρχονται από διάφορες πηγές. Ο Hughes προγραμμάτισε τα περισσότερα drums του τραγουδιού. Δανείστηκαν τον ήχο των ταμπούρων από το «Shout» και ανέβασαν τον τόνο. Οι Tears For Fears χρησιμοποίησαν τα νέα samplers Fairlight και Emulator καθώς και drum machines βασισμένα σε samples, που ήταν καινούργια στην αγορά στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι ήχοι του hi-hat και του shaker προέρχονταν από το LinnDrum. Ο ήχος της μπότας προερχόταν από το Fairlight CMI. Το τραγούδι έχει μια ζωηρή αίσθηση τρίηχου στον ασυνήθιστο ρυθμό των 12/8, με το shaker να παίζει σταθερά νότες 1/8 και τα hi-hats να παίζουν ένα συγκοπτόμενο μοτίβο και όλα μαζί να δημιουργούν ένα διασταυρούμενο ρυθμό. Ο ρυθμός των hi-hats ακούγεται περίεργος μεμονωμένα, αλλά συμπληρώνει το υπόλοιπο beat.
Παράλληλα με τα ζωντανά κομμάτια κιθάρας, το «Everybody Wants To Rule The World» περιλαμβάνει και δύο samples κιθάρας, τα οποία δημιουργούν μία αίσθηση ρομποτικού ήχου. Αυτά τα samples είναι σύντομα και ενεργοποιούνται επανειλημμένα, δημιουργώντας έναν κάπως μηχανικό ήχο που ορισμένοι συνθέτες αποκαλούν «φαινόμενο πολυβόλου». Αυτού του είδους η δειγματοληψία μπορεί να ακούγεται αφύσικη, αλλά σε αυτή την περίπτωση οι κιθάρες από sample είναι θαμμένες σε μία έντονη μίξη, καθιστώντας τες πιο διακριτικές. Το πρώτο μέρος κιθάρας από sample παίζει ένα χαμηλό Ρε στον ίδιο ζωηρό τρίηχο ρυθμό που παίζει το μπάσο στα κουπλέ. Η δεύτερη κιθάρα με sample παίζει κατά τη διάρκεια των ρεφρέν και ακολουθεί μια παρόμοια ιδέα, αλλά αντί για μία μόνο νότα, παίζει μία πνιχτή συγχορδία πέμπτης (ή δυναμική συγχορδία). Είναι ενδιαφέρον ότι παρά το γεγονός ότι είχαν πολλές ζωντανές κιθάρες στο κομμάτι, επέλεξαν να χρησιμοποιήσουν και samples. Το σόλο του Neil Taylor στο φινάλε ακούγεται πολύ της δεκαετίας του 1980 -έντονα παραμορφωμένο και με πλατύ βιμπράτο.
Η παραγωγή του «Everybody Wants To Rule The World» περιέχει μια απλόχωρη άτονη αντήχηση που ήταν χαρακτηριστική των δίσκων της δεκαετίας του 1980. Έχοντας μία δυνατή μελωδία κιθάρας -και όχι με ένα, αλλά με δύο σόλο- το «Everybody Wants To Rule The World» απορρίπτει τις νωχελικές synth-pop ρίζες του συγκροτήματος υπέρ ενός πιο στιβαρού ήχου. Το μεσαίο μέρος θα μπορούσε να βγει από ένα τραγούδι των Def Leppard. Στιχουργικά, οι εμμονές του πρώτου δίσκου με την «Πρωτογενή Κραυγή» του Arthur Janov παίρνουν τη μορφή ενός πιο αινιγματικού συνόλου προβληματισμών. Ειλικρινά, οι στίχοι δεν δένουν ιδιαίτερα καλά, αλλά ακούγονται καλοί και το ρεφρέν είναι ιδανικό για να το τραγουδάνε πολλοί άνθρωποι μαζί.
Ο ηχολήπτης Dave Bascombe ηχογράφησε τα φωνητικά του Smith και του Orzabal με ένα καινούργιο τότε μικρόφωνο Neumann TLM 170 στα Union Studios στο Μόναχο, όπου και έκαναν τη μίξη.
Chris Hughes: Θέλαμε να κάνουμε τη μίξη σε ένα SSL, αλλά όχι στην Αγγλία. Έτσι ψάξαμε έναν οδηγό SSL και βρήκαμε έναν στο Μόναχο.
— — —
Dave Bascombe: Ήταν μια πολύ προσεκτική, μελετημένη διαδικασία. Το «Everybody Wants To Rule The World», ωστόσο, δεν λήφθηκε τόσο σοβαρά υπόψη. Μιξάραμε το κομμάτι μόνο μια φορά. Συναρμολογήθηκε εύκολα. Με τα άλλα τραγούδια υπήρχαν πολλές δεύτερες σκέψεις, για να διασφαλιστεί ότι κάθε ήχος ωθούσε πραγματικά το συγκρότημα. Αλλά αυτό ήταν πιο απλό.
— — —
Ο τρόπος με τον οποίο η ελάχιστη προσπάθεια παρήγαγε μια τόσο διαχρονική και επιδραστική σύνθεση, όπως το «Everybody Wants To Rule The World», δίνει επιπρόσθετη αξία στο μεγαλείο του τραγουδιού. Η απλότητα του τραγουδιού γίνεται αντιληπτή όταν ακούει κανείς τον παλλόμενο ρυθμό, τη φωτεινή μελωδία και τους στίχους που εύκολα μπορούν να τραγουδηθούν. Παρόλο που το μήνυμα είναι αρκετά σοβαρό -για τους ανθρώπους που λαχταρούν την εξουσία και για τη δυστυχία που προκαλούν οι πόλεμοι- το τραγούδι χρησίμευσε ως ένα αναζωογονητικό διάλειμμα τόσο για τους ακροατές του δίσκου όσο και για αυτούς που συμμετείχαν στην ηχογράφηση.
Chris Hughes (στο περιοδικό Mix): Είναι ίσως η πιο απλή ηχογράφηση στον δίσκο. Άλλα κομμάτια ηχογραφήθηκαν σε δύο 24κάναλα, μετά κάναμε μοντάζ σε ταινία, και οποιοδήποτε κομμάτι τεχνολογίας που θα μπορούσε να πάει στραβά ή να μας καθυστερήσει, πιθανότατα πήγε. Αλλά το «Everybody Wants To Rule The World» ήταν τόσο απλό και συνέβη τόσο γρήγορα, που ήταν πραγματικά αβίαστο. Στην πραγματικότητα, ως κομμάτι της ιστορίας της ηχογράφησης, είναι απίστευτα αδιάφορο. Όταν έχεις αφιερώσει τόσο πολύ χρόνο προσπαθώντας να τελειοποιήσεις τα υπόλοιπα κομμάτια του δίσκου, είναι σαν μια ανάσα καθαρού αέρα όταν κάτι ολοκληρώνεται σε μια πολύ αθώα στιγμή. Στάθηκε στα πόδια του πολύ γρήγορα για να το παραδουλέψουμε.

Το «Everybody Wants To Rule The World» κυκλοφόρησε σε single στις 22 Μαρτίου 1985, στην κορύφωση της αυτοκρατορικής εξουσίας των Reagan/Thatcher. Το τραγούδι εκδόθηκε σε δίσκους 7’’, 10’’ και 12’’, που περιείχαν επιπλέον συνεντεύξεις του συγκροτήματος και διαφορετικές εκδοχές του τραγουδιού (7’’ Version, Audio, Extended Version, Instrumental, Urban Mix, Video). Ήταν το τρίτο single που βγήκε από τον δίσκο «Songs From The Big Chair», καθώς προηγήθηκαν το «Mothers Talk» και το «Shout». Ωστόσο κανένα από τα δύο αυτά τραγούδια δεν είχε κυκλοφορήσει σε single στις Η.Π.Α. (κυκλοφόρησαν αργότερα). Αρχικά οι Tears For Fears σκέφτηκαν να κυκλοφορήσουν στις Η.Π.Α. πρώτα το «Shout», αλλά η δισκογραφική εταιρεία επέμεινε ότι το «Everybody Wants To Rule The World» ήταν καταλληλότερο.
Curt Smith (στο Consequence Of Sound): Εκ των υστέρων είναι ενδιαφέρον γιατί ήταν μια από εκείνες τις φορές που η δισκογραφική είχε δίκιο κι εμείς άδικο, επειδή για την Αμερική, ναι, ήταν καλύτερο για πρώτο single.
— — —
Το «Everybody Wants To Rule The World» ακούγεται σαν τραγούδι από ένα εντελώς διαφορετικό συγκρότημα από το βρετανικό ντουέτο που ηχογράφησε τον όμορφο αλλά πονεμένο δίσκο «The Hurting». Είναι δυνατό και υμνητικό και ακούγεται αμερικανικό -ελλείψει καλύτερου περιγραφικού όρου. Σαφώς, αυτό το τραγούδι σχεδιάστηκε για έναν κύριο σκοπό: να σκάσει στα αμερικανικά charts μεγαλειωδώς, κάτι που όντως συνέβη, οδηγώντας το συγκρότημα σε εμπορική επιτυχία που ξεπέρασε κατά πολύ τις προσδοκίες του. Το τραγούδι αναπαράχθηκε κατά κόρον από το ραδιόφωνο σε ώρες κυκλοφοριακής αιχμής, αν και οι ακροατές συχνά παράβλεπαν τους σκοτεινούς στίχους του τραγουδιού.
Θεωρούμενο ποικιλοτρόπως ως μία ανακεφαλαίωση των φόβων της δεκαετίας του 1980, ως ύμνος του Ψυχρού Πολέμου, ως μία ιστορία κατάχρησης εξουσίας από την κυβέρνηση ή ως παρέμβαση σε μια εποχή διαφθοράς, και πολλά άλλα, στους περισσότερους άρεσε απλώς επειδή ήταν μια ανάλαφρη pop.
Στις 8 Ιουνίου 1985, το «Everybody Wants To Rule The World» ανέβηκε στο No 1 των Η.Π.Α. Ήταν η πρώτη επιτυχία των Tears For Fears που ανέβηκε στο No 1 των αμερικανικών charts και έτσι το συγκρότημα αποτέλεσε μέρος της «δεύτερης βρετανικής εισβολής» στις Η.Π.Α., από ένα νέο κύμα συγκροτημάτων που, χάρη κυρίως στην προβολή τους από το MTV, βρήκαν ανταπόκριση στο αμερικανικό κοινό με τα γυαλιστερά τους βίντεο και με τους ήχους τους που βασίζονταν στα synthesizers. Δύο μήνες αργότερα, το «Shout» ανέβηκε επίσης στο No 1. Η εισβολή είχε ξεκινήσει το 1981 με το τραγούδι «Don’t You Want Me» των Human League και με συγκροτήματα όπως οι Duran Duran να ακολουθούν το παράδειγμά τους.
Το «Everybody Wants To Rule The World» έφτασε και στο No 2 του Ηνωμένου Βασιλείου, μένοντας πίσω από το «We Are The World» των USA For Africa, ενώ έγινε No 1 στον Καναδά και στη Νέα Ζηλανδία, No 2 στην Αυστραλία, Ιρλανδία και Ολλανδία, No 3 στο Βέλγιο, No 11 στη Γερμανία, No 13 στην Ελβετία, No 14 στη Νότια Αφρική, No 18 στη Γαλλία και No 19 στην Αυστρία.
Ο στίχος «Everybody wants to rule the world» περιλαμβάνεται και στο τραγούδι των Clash «Charlie Don’t Surf», που είχε κυκλοφορήσει το 1980. Ο Joe Strummer των Clash πίστευε ότι οι Tears For Fears έκλεψαν τον στίχο και μάλιστα το 1988 διηγήθηκε στο περιοδικό Musician μία αντιπαράθεση που είχε με τον Roland Orzabal, όταν τον συνάντησε σε ένα εστιατόριο, όπου του είπε:
– Μου χρωστάς πέντε λίρες!
Ο Strummer είπε ότι ο Roland έβαλε απλώς το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε ένα χαρτονόμισμα των 5 λιρών, δήθεν ως αποζημίωση επειδή πήρε τον συγκεκριμένο στίχο.
Το μουσικό βίντεο του «Everybody Wants To Rule The World» σκηνοθετήθηκε από τον Nigel Dick και γυρίστηκε στο Los Angeles, στο Desert Hot Springs, στο Palm Strings και στο Cabazon (Καλιφόρνια).
Το βίντεο ξεκινά με τον Curt Smith να οδηγεί ένα vintage σπορ αυτοκίνητο Austin-Healey 3000, ενώ ένα νήπιο σημαδεύει με ένα παιχνίδι-όπλο προς την κατεύθυνση του Smith. Στη συνέχεια, φαίνεται το αυτοκίνητο να περνάει από μία έρημο, στον Διαπολιτειακό Αυτοκινητόδρομο 10, στη διαδρομή από τη νότια Καλιφόρνια προς τη Νεβάδα. Αυτή η σκηνή διακόπτεται με το συγκρότημα να ερμηνεύει το τραγούδι σε ένα στούντιο. Στο ρεφρέν, εμφανίζεται ένα αεροπλάνο. Ο Smith παρκάρει το αυτοκίνητο στο εστιατόριο Wheel Inn και κάνει μια κλήση από έναν τηλεφωνικό θάλαμο. Η κάμερα κινείται πανοραμικά για να δείξει σε πρώτο πλάνο το άγαλμα ενός μεταλλωρύχου και του γαϊδάρου του. Ο Smith φεύγει από το εστιατόριο με το αυτοκίνητο, ενώ τραγουδάει τους στίχους του τραγουδιού. Η επόμενη σκηνή δείχνει δύο άνδρες με κοστούμια να εκτελούν συγχρονισμένες χορευτικές κινήσεις μπροστά σε δύο αντλίες βενζίνης. Εμφανίζονται επίσης πλάνα νεαρών που οδηγούν τρίτροχα ATV και μοτοσικλέτες στους αμμόλοφους της ερήμου. Στη συνέχεια, βλέπουμε μερικές πανέμορφες λήψεις με τον Smith να τραγουδάει στο φως της ερήμου φορώντας μαύρα γυαλιά ηλίου, ενώ πολλοί από τους αναβάτες των μηχανών και των ATV πλησιάζουν από πίσω και περνούν από το πλάι του. Έχουμε επίσης μερικά φυλετικά περίεργες στιγμές όπου δύο μαύροι άνδρες με σμόκιν κάνουν κάποιο είδος χορού βαριετέ σε ένα βενζινάδικο. Στο βίντεο του τραγουδιού εμφανίζονται για λίγο οι δεινόσαυροι του Cabazon (ένα ζευγάρι γιγάντιων δεινόσαυρων από σκυρόδεμα).
Ο Curt Smith παραδέχθηκε στο Pitchfork ότι τα γυρίσματα του βίντεο ήταν μια καταστροφή και ο Dick ήταν μες στα κλάματα τη δεύτερη νύχτα των γυρισμάτων. Ανέφερε επίσης ότι συνέβη ένα ατύχημα κατά τη διάρκεια μιας σκηνής με τις μοτοσικλέτες και τα οχήματα για οδήγηση εκτός δρόμου, με ένα παιδί να πετάγεται έξω από ένα όχημα και να χτυπάει στο κεφάλι, αφήνοντάς το αναίσθητο.
Curt Smith (στο Pitchfork): Το «Everybody Wants To Rule The World» ήταν ένα αμερικάνικο τραγούδι οδήγησης, ένα από αυτά τα πράγματα που θα άκουγες στο ραδιόφωνο. Έτσι, πήγαμε στο L.A., στην έρημο, πήραμε ένα αυτοκίνητο -ένα Austin Healey 3000- και οδηγήσαμε. Αυτή είναι σχεδόν όλη η ιδέα. Τα γυρίσματα ήταν μια καταστροφή. Θυμάμαι τον Nigel να κλαίει τη δεύτερη νύχτα. Έπρεπε να κουβαλάει τον εξοπλισμό. Δεν μπορούσε να βρει κανέναν να πλύνει το αυτοκίνητο, οπότε ήταν εκεί με ένα σφουγγάρι και καθάριζε το Austin Healey. Κοιμήθηκα σ’ ένα τροχόσπιτο στη μέση του πουθενά για μερικές νύχτες και έπρεπε να ξυπνάω στις 4 το πρωί για να μπορέσουμε να τραβήξουμε την ανατολή του ηλίου. Είχαμε ένα ατύχημα ενώ κάναμε το γύρισμα με τις μοτοσικλέτες και τα τετρακίνητα οχήματα εκτός δρόμου και ένα παιδί πετάχτηκε έξω και χτύπησε το κεφάλι του. Ήταν αναίσθητος. Η παραγωγός του βίντεο, μία Αμερικανίδα, στεκόταν εκεί και έψελνε κάτι βουδιστικά. Προσπαθούσαμε απεγνωσμένα να βρούμε ένα ασθενοφόρο ενώ εκείνη έψελνε.
— — —
Το θολό αλλά όμορφο και δελεαστικό μουσικό βίντεο, το οποίο συμπεριλήφθηκε και σε CD Video, προβλήθηκε κατά κόρον από το MTV, γεγονός που βοήθησε στην προώθηση του συγκροτήματος στην Αμερική.
Στον δεύτερο δίσκο τους, «Songs From The Big Chair», οι Tears For Fears αξιοποίησαν τον ηχητικό μαξιμαλισμό της εποχής τους και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Όλα τα ντόμινο έπρεπε να πέσουν ακριβώς όπως έπρεπε για να γίνουν οι Tears For Fears αστέρες στις Η.Π.Α. Σκεφτείτε το: ήταν δύο χλωμοί τύποι, με ατημέλητα μαλλιά και με συναισθηματικά φορτισμένες πνιχτές φωνές. Έφτιαξαν σε keyboards δραματικούς, ταραγμένους και μοναχικούς ύμνους για τις εμμονές τους με την ψυχιατρική θεωρία. Κοινώς ήταν σπασίκλες. Και για ένα μεγάλο διάστημα του καλοκαιριού του 1985, αυτοί οι σπασίκλες κυριαρχούσαν στα album charts του Billboard ξεπερνώντας σε πωλήσεις τον Bryan Adams, τον Prince, τον Phil Collins και το soundtrack της ταινίας «Ο Μπάτσος Του Μπέβερλι Χιλς» (Beverly Hills Cop).
Το μεγαλύτερο μέρος του 1985, το πέρασαν σε περιοδείες για την υποστήριξη του δίσκου. Αυτό τους εξάντλησε τόσο πολύ σωματικά και συναισθηματικά, που δεν επέστρεψαν στη δουλειά παρά μερικά χρόνια αργότερα και τελικά ξαναβγήκαν το 1989 με τον δίσκο «The Seeds Of Love».
Curt Smith (στο περιοδικό Outlook): Σύντομα συνειδητοποιήσαμε ότι οι περιοδείες δεν είναι και πολύ διασκεδαστικές με ένα σωρό drum machines και sequencers. Δεν μπήκαμε στη μουσική βιομηχανία για να γίνουμε προγραμματιστές υπολογιστών. Το έκανα για να γίνω μουσικός. Σε εκείνη την περιοδεία, απλώς βγαίναμε και παίζαμε το άλμπουμ για εννέα μήνες. Αν ο κόσμος ήθελε να ακούσει το άλμπουμ, θα μπορούσε να είχε μείνει σπίτι και να το ακούσει.
— — —
Στις 23 Μαΐου 1986, οι Tears For Fears κυκλοφόρησαν ξανά το «Everybody Wants To Rule The World», ως φιλανθρωπικό single για την εκστρατεία Sport Aid, με λίγο διαφορετικούς στίχους και με τίτλο «Everybody Wants To Run The World». Ο σκοπός ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για την ανακούφιση από τον λιμό στην Αφρική. Η εκδοχή αυτή έφτασε στο No 5 του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και στο No 4 της Ιρλανδίας.
Χάρη στο «Everybody Wants To Rule The World», οι Tears For Fears κέρδισαν στα Brit Awards του 1986 το βραβείο για το καλύτερο single ενώ ήταν υποψήφιοι και στην κατηγορία για το καλύτερο άλμπουμ και το καλύτερο συγκρότημα. Ο Roland Orzabal ισχυρίστηκε ότι το τραγούδι άξιζε να κερδίσει και το βραβείο Ivor Novello για τη διεθνή επιτυχία της χρονιάς, υποστηρίζοντας ότι το νικητήριο «19» του Paul Hardcastle δεν ήταν ένα πραγματικό τραγούδι αλλά ένα κολλάζ διαλόγων.
Το «Everybody Wants To Rule The World» απαγορεύτηκε για μετάδοση από το BBC κατά τη διάρκεια του πρώτου Πολέμου του Κόλπου (2 Αυγούστου 1990 – 28 Φεβρουαρίου 1991) λόγω των πολιτικών θεμάτων του τραγουδιού.
Το 2000, ο Curt Smith κυκλοφόρησε μία ακουστική εκτέλεση του τραγουδιού, την οποία συμπεριέλαβε στο σόλο άλμπουμ «Aeroplane».
Το 2013, ο Curt Smith ερμήνευσε το τραγούδι μαζί με τους Portugal.The Man στη συναυλία KROQ Almost Acoustic Christmas, που έλαβε χώρα στο Los Angeles. Κιθάρα έπαιξε ο Rocket Ritchotte.
Curt Smith: Εμφανίστηκα με τους Portugal.The Man στο KROQ Almost Acoustic Christmas. Κάναμε το «Everybody Wants To Rule The World». Με ρώτησαν αν θα το έκανα μαζί τους και το έκανα. Ήταν σοκαριστικό για μένα γιατί προφανώς είναι ο KROQ, είναι κυρίως νεανικό κοινό αλλά η ανταπόκριση ήταν καταπληκτική.
Το 2015, 30 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το «Everybody Wants To Rule The World» τιμήθηκε στα ετήσια βραβεία BMI στο Λονδίνο επειδή ξεπέρασε τις 6.000.000 αναπαραγωγές στο ραδιόφωνο.
Η επανέκδοση του άλμπουμ «Songs From The Big Chair» για την 30ή επέτειο, περιέχει μερικές διαφορετικές εκδοχές του τραγουδιού, συμπεριλαμβανομένης μίας ζωντανής ηχογράφησης στο Massey Hall του Καναδά, ενός εναλλακτικού single και μιας ορχηστρικής εκτέλεσης.
Curt Smith: Όταν αφαιρείς ένα φωνητικό από ένα κομμάτι, μπορείς στη συνέχεια να εκτιμήσεις πώς χτίστηκε αυτό το κομμάτι, επειδή απλώς ακούς τα στοιχεία της μουσικής πίσω από αυτό.
— — —
Το 2023, κυκλοφόρησε από τον Tiësto ένα remix του τραγουδιού, με τίτλο «Rule The World (Everybody)», αποτέλεσμα συνεργασίας με τους Tears For Fears, τους Niiko X Swae και τον Gudfella. Ο Tiësto ακολούθησε την τάση, μετατρέποντας το εικονικό synth-pop τραγούδι σε έναν εκρηκτικό χορευτικό ύμνο.
Το 2024, το «Everybody Wants To Rule The World» έγινε τέσσερις φορές πλατινένιο από την British Phonographic Industry (BPI) καθώς έφτασε στις 2.400.000 πωλήσεις. Επιπλέον, ήταν το 12ο τραγούδι με τις περισσότερες αναμεταδόσεις από τις δεκαετίες του 1970, 1980 και 1990 από Βρετανούς καλλιτέχνες στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Eric Hutchinson (τραγουδοποιός): Προκαλώ οποιονδήποτε να διαλέξει ένα καλύτερο τραγούδι από το «Everybody Wants To Rule The World» για να ξεκινήσει οποιουδήποτε είδους πάρτι. Το synthesizer, η κιθάρα και το shaker δουλεύουν καλά μαζί, πριν μπούνε τα drums και το τραγούδι ρυθμιστεί σε εκείνο τον τέλειο ανάμικτο ρυθμό της δεκαετίας του 1980. Το τραγούδι αποτελεί επίσης μια εξαιρετική αρχή για κάθε playlist που φτιάχνω, ανεξάρτητα από το είδος ή το θέμα. Με λίγα λόγια, δεν υπάρχει ποτέ κακή στιγμή για να ακούσεις το «Everybody Wants To Rule The World». Σε έναν τέλειο κόσμο, θα παιζόταν στην αρχή κάθε γαμήλιου πάρτι από το συγκρότημα, μαζί με το «September» των Earth, Wind & Fire και το «Signed, Sealed, Delivered» του Stevie Wonder. Είμαι επίσης αρκετά πεπεισμένος ότι ο Michael Jackson βάσισε τη δική του επιτυχία «The Way You Make Me Feel» στον ρυθμό του «Everybody Wants To Rule The World». Δεν έχω συγκεκριμένα στοιχεία που να υποστηρίζουν αυτή τη θεωρία, αλλά μπορεί κανείς να ακούσει το ένα τραγούδι μετά το άλλο και να παρατηρήσει παρόμοιο τέμπο, ενορχήστρωση και ατμόσφαιρα. Το «Everybody Wants To Rule The World» κυκλοφόρησε σχεδόν δύο χρόνια νωρίτερα από το τραγούδι του Michael Jackson, οπότε αυτό καθιστά πιθανό ότι ο Michael άκουγε πολύ Tears For Fears.
— — —
Travis Johnson (τραγουδιστής των Activate): Όταν ήμουν παιδί, είδα την ταινία «Σκέτο Τζίνι» και μου άρεσε πολύ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν την έχω ξαναδεί από τότε. Απ’ όσο θυμάμαι, και νομίζω ότι αυτό είναι σωστό, τελειώνει με το «Everybody Wants To Rule The World» να παίζει ενώ δείχνει να σκάνε άπειρα pop corn. Νομίζω ότι ήμουν περίπου 8 χρονών. Η ιδέα αυτού του στίχου, μου έκανε τεράστια εντύπωση. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ κάτι τέτοιο πριν. Είναι μια πολύ σκοτεινή ιδέα και παίζεται πάνω σε αυτές τις γεμάτες χάρη συγχορδίες. Έχω προσπαθήσει να την αντιγράψω αρκετές φορές.
— — —
Τον Οκτώβριο του 2024, οι Tears For Fears κυκλοφόρησαν το άλμπουμ «Songs For A Nervous Planet», όπου περιλαμβάνεται μία ζωντανή ηχογράφηση του τραγουδιού από το Franklin του Tennessee.
Αναμειγνύοντας τη βαρύτητα του θέματος και τη μουσική ζωντάνια, είναι φυσικό το «Everybody Wants To Rule The World» να ταιριάξει σε soundtrack ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Το τραγούδι ακούγεται στις ταινίες «Σκέτο Τζίνι» (Real Genius, 1985), «Οι Φίλοι Του Πίτερ» (Peter’s Friends, 1992), «Ρόμυ και Μισέλ: Το Πάρτι της Ζωής Μας» (Romy And Michele’s High School Reunion, 1997), «The Private Public» (2001, από τον Curt Smith, ο οποίος μάλιστα έπαιξε στην ταινία), «Click: Η Ζωή Σε Fast Forward» (Click, 2006), «Summerhood» (2008), «Middle Men» (2009), «Άκουσέ Με» (In A World…, 2013), «Αγώνες Πείνας: Φωτιά» (The Hunger Games: Catching Fire, 2013, από τη Lorde), «Spud 2: The Madness Continues» (2013), «Η Θύελλα Μέσα Της» (White Bird In A Blizzard, 2014), «Aloha» (2015), «Straight Outta Compton» (2015), «Bumblebee» (2018), «Κολύμπα Ή Αλλιώς Βυθίσου» (Le Grand Bain, 2018), «Ready Player One» (2018), «Προς Όλα Τα Αγόρια Που Αγάπησα» (To All The Boys I’ve Loved Before» (2018), «Tesla» (2020, από τον Ethan Hawke), «Land» (2021), «Έτυχε Να Περνάω» (I Came By, 2022), «Ένα Γκολ Για Τη Νίκη» (Next Goal Wins, 2023) και «Εγώ, Ο Απαισιότατος» (Despicable Me 4, 2024, από το cast της ταινίας, στην σκηνή όπου ο Gru και ο Maxime Le Mal βρίσκονται στη φυλακή και ανεβάζουν ένα talent show για όλους τους κρατούμενους. Οι κακοί από τις προηγούμενες ταινίες της σειράς επιστρέφουν σε αυτό το τραγούδι) καθώς και στο ντοκιμαντέρ «Print The Legend» (2014) και στο τρέιλερ της ταινίας «Reagan» (2024). Επιπλέον, ακούστηκε στο μιούζικαλ «American Psycho» (2016) και στις τηλεοπτικές σειρές «Στην Εντατική» (ER, 1998), «EastEnders» (2002), «Ανεξιχνίαστες Υποθέσεις» (Cold Case, 2004), «Η Τρελή Οικογένεια Του Μάλκολμ» (Malcolm In The Middle, 2005), «Sky High» (2005), «Numb3rs» (2006), «Brothers & Sisters» (2007), «Διώκτες Του Εγκλήματος» (The Wire, 2008), «Medium» (2008), «Επιχείρηση: Σεξ» (Middle Men, 2009), «The Powerpuff Girls» (2009, από τον χαρακτήρα Mojo Jojo), «Glee» (2012, από τον Blaine Anderson), «Psych» (2014), «Mr. Robot» (2016, όπου ο χαρακτήρας Angela Moss, που υποδύεται η Portia Doubleday, τραγουδάει μια παραπονιάρικη karaoke εκδοχή του τραγουδιού καθώς παλεύει να ξεπεράσει μια ηθική κρίση. Όταν πηγαίνει στο μπαρ, ένας άνδρας τη ρωτάει: «Έχεις πραγματικά την επιθυμία να κυβερνήσεις τον κόσμο;». Κι εκείνη απαντά «Ω, οι επιθυμίες μου πάνε πολύ πέρα από αυτό»), «House Of Bond» (2017), «Η Βασίλισσα Του Νότου» (Queen Of The South, 2018, από τους Giorgio Moroder, Raney Shockne και Elena Mendoza), «Ρίβερντεϊλ» (Riverdale, 2018) και «Betrayal» (2026). Το τραγούδι ακουγόταν επίσης στο τέλος της τηλεοπτικής εκπομπής «The Dennis Miller Show» (1994-2002), ενώ ακούστηκε και στους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2026, όταν διαγωνίστηκε στο free skating το ζευγάρι Daniel O’Shea και Ellie Kam. Επιπλέον, συμπεριλήφθηκε στα video games «Rock Band 3» και «World In Conflict» και στο trailer του «Assassin’s Creed Unity».
Το βιβλίο της Χίλντας Παπαδημητρίου «Για Μια Χούφτα Βινύλια» (2010) κάνει αναφορά στο τραγούδι (είναι ένα από τα κομμάτια που επιλέγει η Τατιάνα για την κασέτα της). Το «Everybody Wants To Rule The World» χρησιμοποιήθηκε επίσης ως μουσική υπόκρουση στην παράσταση χορού Lovetrain2002 του Emanuel Gat.
Σε ψηφοφορία των κριτικών του Village Voice, το «Everybody Wants To Rule The World» ψηφίστηκε ως το 25ο καλύτερο single του 1985, μαζί με το «Don’t Come Around Here No More» του Tom Petty και το «Smooth Operator» της Sade. Το Pitchfork το κατέταξε στο No 82 στη λίστα του με τα 200 καλύτερα τραγούδια της δεκαετίας του 1980 λέγοντας ότι το τραγούδι αυτό, κάτω από τη λάμψη της synth-pop, το αόριστο μήνυμά του και το σαρκαστικό μάθημα για το πόσο πεινασμένη για εξουσία μπορεί να είναι η κοινωνία, κατάφερε να φτάσει στη νεολαία της εποχής του Reagan και της Margaret που είχε βαρεθεί την πολιτική απληστία.
Το Spectrum Culture κατέταξε το τραγούδι στην 24η θέση στη λίστα του με τα καλύτερα τραγούδια της δεκαετίας του 1980 γράφοντας τα εξής: Δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο στην επιτυχία και στην αντοχή του «Everybody Wants To Rule The World». Αυτό είναι ένα από εκείνα τα τραγούδια που ήταν κομμένα και ραμμένα για να είναι πανταχού παρόντα. Μια εντυπωσιακή απόκλιση από τη μελαγχολική synth-pop που προηγήθηκε, το τραγούδι έγινε η μεγαλύτερη επιτυχία των Tears For Fears και το πιο αναγνωρίσιμο τραγούδι τους μέχρι σήμερα. Ωστόσο, ακούσαμε από το ίδιο το συγκρότημα να λέει ότι το τραγούδι ήταν απερίσκεπτο και έπρεπε να πειστούν για να το ηχογραφήσουν, μια ιδέα που θεώρησαν πολύ ανάλαφρη και χαλαρή για να θεωρηθεί κατάλληλη για κυκλοφορία. Ευτυχώς, επικράτησε η ψυχραιμία στην προσπάθεια να διατηρηθεί μία από τις πιο διαχρονικές pop στιγμές της δεκαετίας. Η ελαφρότητα και η χαλαρότητα που τόσο απέτρεψαν αρχικά τον Roland Orzabal και τον Curt Smith των Tears For Fears είναι στην πραγματικότητα αυτά που κάνουν το «Everybody Wants To Rule The World» τόσο σπουδαίο. Στιχουργικά, προσφέρει ελάχιστα από άποψη νοήματος και σαφήνειας. Είναι απλώς ένα συνονθύλευμα λέξεων τόσο αόριστων στη συναρμολόγηση που σημαίνουν ό,τι θα ήθελε ο ακροατής να σημαίνουν. Μουσικά, ωστόσο, το «Everybody Wants To Rule The World» λειτουργεί με πολλαπλούς τρόπους. Πρώτα και κύρια, συνδυάζει τέλεια τη μελαγχολική synth-pop με ένα ζεύγος φλογερών σόλο κιθάρας που εμφανίζονται δύο φορές στο τραγούδι. Επιπλέον, ενώ οι στίχοι δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα, τόσο ο Orzabal όσο και ο Smith τραγουδούν με πεποίθηση και σθένος. Καθώς η δυνατή φωνή του Orzabal μπαίνει στο ρεφρέν, είναι αδύνατον να μην τραγουδήσεις μαζί. Τελικά, το «Everybody Wants To Rule The World» είναι ένας θρίαμβος δομής και δεξιοτεχνίας στη σύνθεση τραγουδιών έναντι του προσωπικού νοήματος. Είναι μελωδικά εξαιρετικό και ενορχηστρωμένο στην εντέλεια. Ακούγοντάς το τώρα, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την τέλεια αναπαράσταση της εποχής του και μια διαχρονική σύνθεση. Όσον αφορά το να αφήνεις μια μουσική κληρονομιά, οι Tears For Fears δεν θα μπορούσαν να το είχαν κάνει καλύτερα.
Το Treble κατέταξε το τραγούδι στο No 49 στη λίστα με τα 200 καλύτερα τραγούδια της δεκαετίας του 1980 σχολιάζοντας: Ξέρετε, για ένα τραγούδι για την παγκόσμια κυριαρχία, τη συντριβή των εχθρών σου και τον πόλεμο, το «Everybody Wants To Rule The World» είναι εντελώς ηλιόλουστο. Είναι το ακουστικό ισοδύναμο του καλύτερου πράγματος στη ζωή. Είναι τόσο πρόσχαρο παντού, ειδικά αυτές οι δύο επαναλαμβανόμενες συγχορδίες σαν αεράκι στα κουπλέ (γύρω από τις οποίες γράφτηκε όλο το τραγούδι προφανώς). Ακόμα και οι πρώτες μου αναμνήσεις από το «Everybody Wants To Rule The World» έχουν μια αθωότητα. Ήμουν περίπου 6 ή 7 χρονών όταν είδα το «Σκέτο Τζίνι», χωρίς να επεξεργάζομαι πραγματικά το υλικό τότε, αλλά γνωρίζοντας απλώς ότι 1) οι άνθρωποι στην οθόνη έπαιζαν μέσα στα pop corn και 2) μου άρεσε πολύ το τραγούδι που έπαιζε ενώ οι άνθρωποι έπαιζαν στα pop corn. Μπορεί αυτά τα επίπεδα σοβαρότητας και ελαφρότητας να είναι που κάνουν αυτό το τραγούδι τόσο σπουδαίο. Οπότε ναι, υπάρχει η προειδοποίηση για τους επίδοξους κατακτητές βασιλιάδες εκεί έξω, που μοιάζει σαν να έχει βγει κατευθείαν από ένα δοκίμιο στο «Ozymandias» της Shelley, αλλά αυτό δεν το εμποδίζει ποτέ να γίνει ένα μεταδοτικό pop τραγούδι και το αντίστροφο.
Το 2021, το Rolling Stone κατέταξε το «Everybody Wants To Rule The World» στο No 319 στη λίστα με τα 500 καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών, κάνοντας το εξής σχόλιο: Με μια τεράστια μελωδία και ένα επίκαιρο γεωπολιτικό θέμα, το πρώτο No 1 των Tears For Fears ενσάρκωσε τον πρώτο synth-rock ύμνο της εποχής. «Όταν κάναμε το Everybody Wants To Rule The World συζητούσαμε πραγματικά για τον Ψυχρό Πόλεμο», είπε ο Curt Smith. «Διαφωνήσαμε με την αμερικανική [δισκογραφική] εταιρεία για την κυκλοφορία του σε single». Η επιτυχία του ώθησε τον δίσκο τους «Songs From The Big Chair» να γίνει πέντε φορές πλατινένιος στις Η.Π.Α. -και τους ανάγκασε να ξανακλείσουν την περιοδεία τους του 1985 σε μεγαλύτερους χώρους.
Η HuffPost κατέταξε το βίντεο του τραγουδιού στην τρίτη θέση της λίστας της με τα καλύτερα βίντεο του 1985, σημειώνοντας: Το 1985 ήταν μια σπουδαία χρονιά για τους Tears For Fears, οι οποίοι πέτυχαν δύο No 1 singles -το «Everybody Wants To Rule The World» και το «Shout». Το video clip για το πρώτο παιζόταν συνέχεια στο MTV καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1985 και είναι ένα από τα καλύτερα καλοκαιρινά βίντεο που κυκλοφόρησαν ποτέ. Δεν υπάρχουν ειδικά κόλπα, κινούμενα σχέδια ή άλλα πρωτοποριακά εφέ. Αντίθετα, το βίντεο καταγράφει ένα οδικό ταξίδι από το Las Vegas στο Los Angeles και αντιπροσωπεύει την καθαρή αμερικανική κουλτούρα όπως ήταν το 1985. Βλέπουμε ένα αξιολάτρευτο αγόρι να προσποιείται τον καουμπόι, κόσμο συγκεντρωμένο σε τηλεφωνικούς θαλάμους σε έναν σταθμό για φορτηγά, δύο άντρες να επιδεικνύουν εκπληκτικές χορευτικές κινήσεις (για το 1985) σε ένα βενζινάδικο και παιδιά να κάνουν ποδήλατο. Αυτό το βίντεο αποδεικνύει ότι κατά καιρούς οι καλλιτέχνες κατάφερναν τόσα πολλά με τόσα λίγα.
Σήμερα, ο δίσκος «Songs From The Big Chair» εξακολουθεί να αποτελεί ορόσημο της synthpop της δεκαετίας του 1980 και το «Everybody Wants To Rule The World» εξακολουθεί να είναι το τραγούδι που ξεχωρίζει. Μαζί με το «Shout» θεωρείται τραγούδι-κατατεθέν των Tears For Fears και παραμένει επάξια ένας αγαπημένος pop ύμνος που τραγουδιέται σε συναυλίες και αποτελεί βασικό κομμάτι στη λίστα αναπαραγωγής κάθε ραδιοφωνικού σταθμού με τα καλύτερα τραγούδια της δεκαετίας του 1980. Όταν κυκλοφόρησε, οι συνοφρυωμένες συγχορδίες, η κατιούσα των πλήκτρων και τα στρεσαρισμένα φωνητικά πρόδιδαν όχι μόνο την ηλικία των 23χρονων τότε Roland Orzabal και Curt Smith αλλά και τη δεκαετία του παγκόσμιου άγχους. Παρά το γεγονός ότι το τραγούδι αυτό αντανακλούσε μία συγκεκριμένη εποχή φόβου, η δύναμη της σύνθεσης συνεχίζει να είναι αισθητή και να εξακολουθεί να φέρει αυτή την αίσθηση του αναπόφευκτου και να μιλά για τις αγωνίες κάθε εποχής. Σίγουρα, η μεγαλύτερη επιτυχία του συγκροτήματος είναι πιο προφητική τώρα απ’ ό,τι όταν κυκλοφόρησε το 1985 («I can’t stand this indecision / married with a lack of vision»). Ποιος θα φανταζόταν ότι τόσα χρόνια αργότερα, τα ίδια λόγια θα μιλούσαν ακόμα πιο δυνατά; Κι όμως το κάνουν, αν και μεγάλο μέρος αυτής της επιτυχίας οφείλεται εν μέρει στη μουσική αθωότητα του τραγουδιού και συγκεκριμένα στον ακανόνιστο ρυθμό του και στην αίσθηση ύμνου -μια μεγάλη αλλαγή από τον πιο μελαγχολικό τόνο του πρώτου δίσκου των Tears For Fears.
Οι μουσικοκριτικοί επαίνεσαν το τραγούδι στις αναδρομικές τους κριτικές, με κάποιους να το περιλαμβάνουν στις λίστες με τα καλύτερα τραγούδια της δεκαετίας του 1980. Επιπλέον, γίνεται αντικείμενο ριζικής επανεξέτασης απολαμβάνοντας συνεχή δημοτικότητα.
Οι στίχοι του τραγουδιού έχουν προκαλέσει διαφορετικές πολιτικές ερμηνείες. Η εφημερίδα Economist αποκάλεσε το τραγούδι «ύμνο του Ψυχρού Πολέμου» και επισήμανε το διαχρονικό μήνυμά του και ότι οι στίχοι μιλούν για τις αγωνίες κάθε εποχής. Το περιοδικό Atlantic χρησιμοποίησε τους στίχους «Say that you’ll never, never, never need it / One title, why believe it? Everybody wants to rule the world» σε ένα άρθρο σχετικά με τη χρήση της «αρχής διαβαθμισμένων πληροφοριών» από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών και την κατάχρηση εξουσίας στις τάξεις των κυβερνητικών υπηρεσιών.
Το 2017, σε μία συνέντευξή του στο Yahoo! Music, ο Curt Smith εξήγησε γιατί αυτό το κλασικό τραγούδι της εποχής του Ψυχρού Πολέμου είχε απήχηση και στην εποχή της προεδρίας του Donald Trump και δήλωσε ότι τα θέματα του τραγουδιού παρέμεναν εξίσου αιχμηρά όπως όταν το έγραψαν.
Curt Smith: Νομίζω ότι πολλά από αυτά τα τραγούδια, τώρα που τα έχω ξανακούσει, είναι εξίσου συγκινητικά όσο ήταν τότε, απλά για διαφορετικούς ανθρώπους, σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου. Όταν κάναμε το «Songs From The Big Chair» και το «Everybody Wants To Rule The World», συζητούσαμε πραγματικά για τον Ψυχρό Πόλεμο. Αλλά τότε ήταν οι Η.Π.Α. και η Ρωσία ενώ τώρα η ανησυχία έχει να κάνει περισσότερο με τις Η,Π.Α. και τη Βόρεια Κορέα. Αυτό το βρίσκω συναρπαστικό. Είμαι από εκείνους τους ανθρώπους που μόλις ακούω τον Trump να μιλάει στο ραδιόφωνο, πρέπει να το κλείσω. Νιώθω σαν να βρίσκομαι σε μια διαφορετική πραγματικότητα όταν τον ακούω και συνειδητοποιώ ότι είναι πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Νιώθω σαν να βρίσκομαι στον ανάποδο κόσμο του «Stranger Things». Νομίζω ότι τα περισσότερα από αυτά τα πράγματα -όλη η κατασκευή ενός τείχους, η απομάκρυνση των Μεξικανών, ο λευκός εθνικιστικός ζήλος στην Αμερική και το Brexit στην Αγγλία- καθοδηγούνται σε μεγάλο βαθμό από ηλικιωμένους λευκούς άνδρες που προσπαθούν απεγνωσμένα να διατηρήσουν την εξουσία και σπέρνουν την τρομοκρατία.
— — —
Το 2021, το National Review σε άρθρο με τίτλο «Ο συντηρητισμός του Everybody Wants To Rule The World» συνέκρινε το θέμα της προσωπικής φιλοδοξίας με τις ανησυχίες που εξέφρασε ο Αμερικανός πολιτικός James Madison στα «Δημοκρατικά Κείμενα» (1787) σχετικά με το ιδιωτικό συμφέρον. Αναλυτικότερα, το National Review μεταξύ άλλων έγραψε:
«… Η μεγάλη επιτυχία των Tears For Fears «Everybody Wants To Rule The World» κυκλοφόρησε το 1985 και πράγματι ακούγεται έτσι. Αν και ο ήχος έχει τις ρίζες του στο 1985, οι στίχοι είναι διαχρονικοί και, είτε το συνειδητοποίησαν είτε όχι, ο Roland Orzabal και ο Curt Smith, έγραψαν ένα συντηρητικό pop τραγούδι. Όλοι θέλουν να κυβερνήσουν τον κόσμο. Δεν έχει σημασία αν είσαι φιλελεύθερος ή παλαιοσυντηρητικός. Είναι μέρος της φύσης μας ως ανθρώπινα όντα. «Welcome to your life / There’s no turning back», αρχίζουν τα φωνητικά του Orzabal. Εδώ η ψυχρή άποψη, αυτή η προσέγγιση ρεαλπολιτίκ, του κόσμου και του εαυτού όπως είναι, αρχίζει να γίνεται συντηρητική. Γεννιέσαι στον κόσμο με έναν συγκεκριμένο τρόπο και υπό ορισμένες συνθήκες. Δεν υπάρχει tabula rasa, ό,τι και να σας πει ο John Locke [σ.σ. Άγγλος φιλόσοφος του 17ου αιώνα, θεμελιωτής του κλασικού φιλελευθερισμού και της εμπειρικής φιλοσοφίας, ο οποίος θεωρούσε την ψυχή ως άγραφο πίνακα (tabula rasa) που γεμίζει μέσω της εμπειρίας]. Με αυτά τα δεδομένα, δεν σηκώνουμε τα χέρια ψηλά από απογοήτευση. Το πρώτο ρεφρέν «Acting on your best behavior / turn your back on mother nature / everybody wants to rule the world» καταδεικνύει αυτή την ιδέα. Ο ατομικισμός μας -ναι, ο εγωισμός μας- μας παρακινεί να ενεργούμε με την καλύτερη δυνατή συμπεριφορά για να είμαστε ευχάριστοι στους άλλους που θα μας βοηθήσουν να πετύχουμε αυτό που θέλουμε. Η φράση «Turn your back on mother nature» έχει όμως ένα βαθύτερο νόημα από το περιβαλλοντολογικό. Όταν γυρίζουμε τις πλάτες στη μητέρα φύση, καθιστούμε τον εαυτό μας υπεύθυνο. Οι πρώτες λέξεις του δεύτερου κουπλέ είναι «It’s my own design». Δεν είμαστε πλέον δημιουργίες του περιβάλλοντός μας, αλλά μάλλον δημιουργοί του περιβάλλοντός μας. Το ερώτημα είναι πόσο καλό είναι το σχέδιό μας. «Help me to decide / Help me make the most of freedom and of pleasure / Nothing ever lasts forever / Everybody wants to rule the world». Η αξιοποίηση της ελευθερίας και της ευχαρίστησης στο έπακρο είναι ένας άλλος τρόπος για να διατυπωθεί αυτό που πίστευαν οι ιδρυτές των Η.Π.Α. στα τέλη του 18ου αιώνα. Έγραψαν ότι ο σκοπός της κυβέρνησης ήταν να διασφαλίσει τη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας. Και έγραψαν: «όποτε μια Μορφή Κυβέρνησης γίνεται καταστροφική για τους σκοπούς αυτούς, είναι Δικαίωμα του Λαού να την αλλάξει ή να την καταργήσει». Τίποτα δεν διαρκεί ποτέ για πάντα. Δεδομένου ότι όλοι θέλουν να κυβερνήσουν τον κόσμο, πώς πρέπει να σχεδιαστεί μία κυβέρνηση; Με φιλοδοξία να αντισταθμίσει τη φιλοδοξία, έγραψε ο Madison. Στο «Federalist No. 51» (1788), υποστήριξε ότι η κυβέρνηση πρέπει να σχεδιάζεται με τέτοιο τρόπο «ώστε το ιδιωτικό συμφέρον κάθε ατόμου να μπορεί να αποτελεί φύλακα των δημόσιων δικαιωμάτων». Δεν πρόκειται ποτέ να εκπαιδεύσετε πλήρως τον κόσμο να αποβάλει τον φυσικό εγωισμό του, επομένως είναι καλύτερο να σχεδιάζετε συστήματα υποθέτοντας ότι οι άνθρωποι θα είναι εγωιστές. Ο Orzabal φαίνεται να καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Καθώς παλεύεις να ακολουθήσεις εκείνο το χαμηλό D στη λέξη «world», στο τέλος κάθε ρεφρέν, δεν μπορείς παρά να νιώθεις ότι σε τραβάει πίσω σε μια αμετάβλητη πραγματικότητα της ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο φυσικός μας εγωισμός είναι κάτι καλό. Τραγουδάνε «while the walls come tumbling down … I’ll be right behind you». Επιμένουμε μέσα από κινδύνους και αλληλοσπαραγμούς με τα αγαπημένα μας πρόσωπα, παρόλο που μπορεί να μη μας ωφελεί ατομικά εκείνη την στιγμή. Αυτό είναι επίσης ένα φυσικό ένστικτο και έρχεται σε αντίθεση με τον φυσικό μας εγωισμό. Η ένταση μεταξύ των διαφορετικών πλευρών της ανθρώπινης φύσης είναι εμφανής στο μουσικό βίντεο. Ακούς ένα τραγούδι για τη φύση της εξουσίας και της παγκόσμιας κυριαρχίας, αλλά βλέπεις εικόνες ανθρώπων να οδηγούν ένα ωραίο vintage αυτοκίνητο, να πετάνε ένα ανεμόπτερο και να οδηγούν μοτοσικλέτες και γουρούνες στην Καλιφόρνια. Ο εγωισμός μάς κάνει να θέλουμε να κυβερνήσουμε τον κόσμο, αλλά μας κάνει επίσης να θέλουμε να μας αφήσουν ήσυχους. Η εξουσία είναι ωραία, αλλά το να κατεβάζεις την οροφή και να πηγαίνεις μία ηλιόλουστη μέρα βόλτα με το αυτοκίνητο στο San Diego είναι επίσης πολύ ωραίο. Ενώ δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Orzabal και Smith είναι συντηρητικοί, κατάφεραν να γράψουν ένα συντηρητικό τραγούδι. Το «Everybody Wants To Rule The World» είναι ένα τραγούδι για την προσωπική φιλοδοξία, καθόλου κολεκτιβισμός εδώ. Αλλά αφορά, επίσης, την πρόκληση της διοχέτευσης αυτής της προσωπικής φιλοδοξίας σε καλούς σκοπούς. …».
Ο Curt Smith αντέδρασε στο άρθρο του National Review με ανάρτηση στο X γράφοντας: «Η ειρωνεία και ο σαρκασμός προφανώς δεν είναι τα δυνατά σου σημεία (παρεμπιπτόντως, εγώ τραγουδάω)».
Το Consequence Of Sound επαίνεσε το συγκρότημα για την ικανότητά του να παράγει μία «διαχρονική και επιδραστική σύνθεση» με ελάχιστη προσπάθεια. Επισήμανε επίσης ότι το «Everybody Wants To Rule The World» ήταν εύστοχο όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, αποκαλώντας το ένα «στοχαστικό σχόλιο σε μια εποχή που ήταν τόσο διεφθαρμένη οικονομικά και πνευματικά». Στην αναδρομική του κριτική, το AllMusic εξέφρασε την άποψη ότι το συγκρότημα «συνέλαβε τέλεια το πνεύμα της εποχής των μέσων της δεκαετίας του 1980, ενώ παράλληλα κατάφερε με απίστευτο τρόπο να δημιουργήσει ένα ονειρικό, διαχρονικό, κλασικό κομμάτι της pop». Το Pitchfork το περιέγραψε ως τραγούδι με παγκόσμια απήχηση καθώς και σταθερή επιλογή για ραδιοφωνικούς σταθμούς που παίζουν κλασικό rock αλλά και για φαρμακεία, μπαρ και πάρτι. Στην κριτική του για τους καλύτερους δίσκους της δεκαετίας του 1980, το Slant Magazine έγραψε ότι το τραγούδι φαίνεται σαν ένα από τα μεγάλα κατηγορητήρια της δεκαετίας κατά του υλισμού και της ψευδούς θριαμβολογίας.
Το 2025, το περιοδικό Forbes συμπεριέλαβε τους Tears For Fears στους 20 κορυφαίους καλλιτέχνες της δεκαετίας του 1980. Δεδομένου του εμπορικού αντίκτυπου και της μελωδικής δύναμης του «Everybody Wants To Rule The World», δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι το τραγούδι αυτό έχει μια διάταση που εκτείνεται μέχρι σήμερα. Αυτό που το κάνει τόσο ανθεκτικό είναι η γυαλιστερή συσκευασία του και ότι ξεφεύγει από τη ζοφερή ατμόσφαιρα επιλέγοντας να ακούγεται σαν οι Tears For Fears να χαμογελούν παραδομένοι. Στον πυρήνα του, πάντως, το «Everybody Wants To Rule The World» εξακολουθεί να ασχολείται με τον Janov και με το πώς, τελικά, αυτό που θέλουν οι άνθρωποι είναι ο έλεγχος και πώς η αδυναμία να ελέγξει κανείς τη ζωή του μετατρέπεται σε μια επιθυμία να υπερνικήσει τους άλλους ανθρώπους. Είναι μία σταθερά που συναντάται στο «Songs From The Big Chair», όπου το εσωτερικό δράμα ερμηνεύεται ως θέμα συλλογικού πόνου. Το προσωπικό χάος είναι παγκόσμιο. Καλώς ήρθες στη ζωή σου (Welcome to your life). Δεν υπάρχει γυρισμός (There’s no turning back)…
Άλλες εκτελέσεις:
- L.A. Sounds (Αύγουστος 1985, στον δίσκο «Hits Hits Hits).
- Mini Pops (1985, στον δίσκο «Wanna Have Fun»).
- Gloria Gaynor (1986, σχετικά συντηρητική εκτέλεση στον δίσκο «The Power». Ενώ η φωνή της Gaynor είναι αρκετά δυνατή για να υποστηρίξει σχεδόν τα πάντα, κάτι στην ενορχήστρωση δίνει την αίσθηση ότι η διασκευή αυτή είναι αρκετά παράξενη -μοιάζει να είναι κάπως σε διαφορετικό κλειδί- σαν να βρίσκεται στα περίχωρα κάποιου είδους αλλόκοτης μουσικής κοιλάδας).
- The London Starlight Orchestra (1987, ορχηστρική εκτέλεση στον δίσκο «Slave To The Rhythm – 16 Dancing Greatest Hits»).
- The London Starlight Orchestra & Singers (1988, στον δίσκο «Disco Dance Party – 20 Hits»).
- Hank Marvin (1992, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Into The Light»).
- East Side Beat (1993, στο άλμπουμ «East Side Beat»).
- Boyz Nite Out (1995, στο άλμπουμ «Rho Sham Bo»).
- Fattburger (Σεπτέμβριος 1996, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «All Natural Ingredients»).
- Hyannis Sound (1996, a cappella εκτέλεση στο άλμπουμ «Talk About It»).
- Counterparts (1997, a cappella εκτέλεση στο άλμπουμ «Housekeeping»).
- Frank Bennett (Ιούνιος 1998, στο άλμπουμ «Cash Landing»).
- Bliss (Δεκέμβριος 1998, στο άλμπουμ «Bliss Collection»).
- Shane Richie (1998, στο άλμπουμ «Shane Richie – The Album»).
- The Colgate Thirteen (1998, a cappella στο άλμπουμ «What It Is…»).
- The University Of Rochester Midnight Ramblers (Απρίλιος 1999, a cappella εκτέλεση στο άλμπουμ «Now Playing»).
- Harvard Opportunes (1999, a cappella εκτέλεση στο άλμπουμ «True Story»).
- Aural Pleasure (Απρίλιος 2001, a cappella εκτέλεση στο άλμπουμ «Lend An Ear»).
- Ken Boothe (Μάιος 2001, στο άλμπουμ «Reggae Rocks – The Tide Is High – A Tribute To Rock’n’Roll»). Ο θρησκευτικός σχολιασμός του Boothe («Everybody wants to rule the world … but only God, only God is a ruler») δεν είναι η πιο δραστική αλλαγή. Η reggae διασκευή του τραγουδιού καθιστά το διάσημο riff της κιθάρας αγνώριστο κάτω από ένα φλύαρο wah-wah).
- Nas (Δεκέμβριος 2001, ως sample στο τραγούδι «Rule», που αποτελεί μια έκκληση για φυλετική ανοχή και ειρήνη σε έναν ταραγμένο κόσμο. Είναι μια έξυπνη σύνθεση των δύο πιο αναγνωρίσιμων riff του τραγουδιού επανατοποθετημένα σε νέο ήχο τυμπάνων. Και δεν είναι απλώς ένα από τα πιο υποτιμημένα τραγούδια του Nas με μήνυμα. Είναι ένα από τα στιχουργικά πιο ανυπόκριτα τραγούδια διαμαρτυρίας που έχουν γραφτεί απευθείας στους μετασεισμούς της 11ης Σεπτεμβρίου).
- Stars At Studio 99 (2001, στο άλμπουμ «Lost In The 80s»).
- The Doug Pauly Trio (2003, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Radiowave»).
- Emmerson Nogueira (2003, ακουστική εκτέλεση στο άλμπουμ «Versão Acústica 3»).
- Wayne Raglan (2003, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Dark Horizon»).
- Isha (Ιανουάριος 2004, στο άλμπουμ «Time And Again…»).
- Toki Asako (Φεβρουάριος 2004, στο άλμπουμ «Standards»).
- Fenomenon (Απρίλιος 2004, στο άλμπουμ «Hourglass»).
- The Chosen Few (2004, σε single περιλαμβάνοντας τρεις εκδοχές: Original Mix, Open Air Remix, Kenny Hayes Sunshine Funk Remix και σε maxi single με έξι εκδοχές: Radio Edit, Extended Mix, Open Air Edit, Open Air Dub, Open Air Remix, Kenny Hayes Sunshine Funk Remix).
- Countdown Singers (2004, στο άλμπουμ «Hits Of The 80s»).
- David Malinich (2004, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Sonic Zoo»).
- Beelzebubs (Απρίλιος 2005, a cappella εκτέλεση στο άλμπουμ «Shedding»).
- Jamison Parker (Ιούνιος 2005, στο άλμπουμ «Punk Goes 80’s»).
- Christian Burns (Ιούλιος 2005, στο soundtrack «Sky High»).
- Lazza (Δεκέμβριος 2005, στο άλμπουμ «Sucessos Acústicos Internacional 80’s»).
- James Christopher Band (2005, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Bring It Home»).
- Sunshiners (Ιούνιος 2006, με τίτλο «Rule The World» στο άλμπουμ «Sunshiners»).
- The Lounge-O-Leers (Ιούλιος 2006, στο άλμπουμ «Thru The Years»).
- The Starlite Singers (Σεπτέμβριος 2006, στο άλμπουμ «New Wave 80s»).
- Kwamey, Franky Boissy (Δεκέμβριος 2006, σε single).
- Megan Jo Wilson (2006, στο άλμπουμ «Seeds, Stars, Galaxies»).
- Patti Smith (Απρίλιος 2007, στο άλμπουμ «Twelve», διατηρώντας τον ρυθμό και τη synth ακολουθία του πρωτότυπου. Το άλμπουμ «Twelve» περιλαμβάνει διασκευές, σε μεγάλο βαθμό τραγουδιών της κλασικής rock -Bob Dylan, Rolling Stones, Beatles- με δύο αξιοσημείωτες εξαιρέσεις: τους Nirvana και τους Tears For Fears. Αν αυτό το τελευταίο φαίνεται αταίριαστο, η Patti Smith το κάνει σαν να ταιριάζει. Άλλωστε εκτός από τη φήμη της ως συγγραφέας και επαναστατικό είδωλο, έχει μια φωνή που μπορεί να ζήσει σε ένα τραγούδι όπως ένας νομάδας που μπορεί να βρει σπίτι οπουδήποτε. Γι’ αυτό μια σχετικά πιστή διασκευή όπως αυτή -με τους μουσικούς Lenny Kaye και Jay Dee Daughterty και ένα σόλο κιθάρας από τον Jackson Smith- μπορεί να ακούγεται σαν να έγραψε το τραγούδι η ίδια εξαρχής).
- The Bad Plus (Μάιος 2007, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Prog». Η εκτέλεσή τους είναι μια πιο ήπια εκδοχή του τυπικού τρόπου των Bad Plus. Ξεκινά σαν μουσικό κομμάτι υπόκρουσης επαγγελματικών δείπνων προτού ο πιανίστας Ethan Iverson εκμεταλλευτεί τη γέφυρα ως ευκαιρία να επανασχεδιάσει το όλο θέμα).
- Rick Gallagher (Ιούλιος 2007, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Sugar Shack»).
- Romulo Gomes (Αύγουστος 2007, στο άλμπουμ «80’s Hits In Bossa»).
- Will Dailey (Οκτώβριος 2007, στην επανέκδοση του άλμπουμ «Back Flipping Forward»).
- The Korgis (Νοέμβριος 2007, στο άλμπουμ «Folk & Pop Classics»).
- Thomas Saifam (Νοέμβριος 2007, στο άλμπουμ «Let’s Hear It For The 80s – Vol. 4»).
- James Bradford (2007, στο άλμπουμ «AyeAyeAyeTunes Exclusive: The Collected Works – Disc Three, Rare Rock Fumes»).
- Rebecca Frazier, John Frazier, Travis Book, Chris Pandolfi (Απρίλιος 2008, στο άλμπουμ «Pickin’ And Singin’ – The Biggest Hits Of The 1980s Vol. 1»).
- Clare & The Reasons (Ιούλιος 2008, σε single).
- Down The Line (2008, ζωντανή ηχογράφηση στο άλμπουμ «Home Alive»).
- Groove’s Back Productions ft. K. Son (2008, στο άλμπουμ «Now & Forever»).
- Jonathan Johansson (Φεβρουάριος 2009, σουηδική εκτέλεση με τίτλο «Alla Vill Ha Hela Världen» στο άλμπουμ «En Hand I Himlen». Στίχοι: Jonathan Johansson).
- Sugar Beats (Φεβρουάριος 2009, στο άλμπουμ «80’s Greaties»).
- Fred Horn (Μάρτιος 2009, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Steady Fready’s Ready»).
- Catherine Porter (Μάρτιος 2009, στο άλμπουμ «Gems For Ruby»).
- Jason Antone (Απρίλιος 2009, στο άλμπουμ «Start To Move»).
- Sue Ellen (Δεκέμβριος 2009, στο άλμπουμ «Sunday Hangover»).
- Gavin Jasper (Απρίλιος 2010, στο άλμπουμ «80’s In Bossa»).
- Eric Hofbauer (Ιούνιος 2010, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «American Fear!»).
- J Bigga (Ιούλιος 2010, σε single).
- Léo Mancini (Αύγουστος 2010, στο άλμπουμ «Acoustic Hits»).
- The Class Notes (Σεπτέμβριος 2010, ως μέρος του «Take On Me – 80s Medley»).
- Jason Donovan (Οκτώβριος 2010, στο άλμπουμ «Soundtrack Of The 80s»).
- John Raymond Pollard (Νοέμβριος 2010, στο άλμπουμ «Disk Covered 80s»).
- Foals (Δεκέμβριος 2010, ακουστική εκτέλεση σε ζωντανή ηχογράφηση στο single «Metropolis Session»).
- Street Corner Symphony (Δεκέμβριος 2010, a cappella εκτέλεση σε ζωντανή ηχογράφηση στο άλμπουμ «The Sing-Off Season 2 Episode 1 – Signature Songs»).
- Care Bears On Fire (2010, στο EP «Girls Like It Loud»).
- Andy McKee (2010, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Joyland»).
- Brian Michael (2010, στο άλμπουμ «Isidro Infante Presents Brian Michael»).
Ted Leo & The Pharmacists (2010). Ο Ted Leo και οι Pharmacists έκαναν καταπληκτική δουλειά για να αναδείξουν τόσο τις οδοντωτές άκρες όσο και τη φωτεινότητα του «Everybody Wants To Rule The World». Σπάνια έχει ακουστεί τόσο ελπιδοφόρο και ταυτόχρονα οδυνηρό όσο στα χέρια του Ted Leo. Οι Ted Leo & The Pharmacists αποδίδουν το τραγούδι σαν μια απογοήτευση μετά τη νεότητα, που παλεύει με την ελπίδα για το μέλλον.
Ted Leo: Ήταν το αγαπημένο μου τραγούδι σε μια φάση της ζωής μου. Θυμάμαι να είμαι στο αυτοκίνητο με τον μπαμπά μου και να λέω «Νομίζω ότι αυτό είναι το αγαπημένο μου τραγούδι».
- Garrett Viggers (2010, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Thin Places»).
- Anthony David feat. Shawn Stockman (Φεβρουάριος 2011, στο άλμπουμ «As Above, So Below»).
- Eddy Hobizal (Μάρτιος 2011, στο άλμπουμ «Kinetic»).
- Jaron & The Long Road To Love (Απρίλιος 2011, σε single).
- German Shepherd (Μάιος 2011, στο άλμπουμ «Legends Of Olde»).
- Relient K (Ιούνιος 2011, στο EP «K Is For Karaoke»).
- Déjà Vu (Σεπτέμβριος 2011, στο άλμπουμ «The School Of Rock – New Wave»).
- Leonard Patton (Σεπτέμβριος 2011, στο άλμπουμ «Expressions»).
- Andy Bull (Νοέμβριος 2011, στο άλμπουμ «Like A Version Seven»).
- Monorail (Νοέμβριος 2011, στο EP «Friends Who Never Showed»).
- Only Men Aloud (Νοέμβριος 2011, ως μέρος του «Rule The World»).
- The Bison Chips (2011, a cappella εκτέλεση στο άλμπουμ «Lime Me»).
- PMZ (2011, στο άλμπουμ «Electro House Beatz 2011-Side B»).
- Paul Rigby (2011, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Calm Before The Storm»).
- Travis Sullivan (2011, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «New Directions»).
- Tony Vincent (Απρίλιος 2012, σε single).
- Christopher Kincaid (Σεπτέμβριος 2012, στο άλμπουμ «52»).
- Kih (Οκτώβριος 2012, στο άλμπουμ «Algo De Luz»).
- Love Canon (Νοέμβριος 2012, στο άλμπουμ «Greatest Hits Vol. II»).
- Tomoki Kanda (Δεκέμβριος 2012, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Interstellar Interlude»).
- Mouse Kills Tiger (2012, στην deluxe έκδοση του άλμπουμ «Vol. 2»).
- Gary Pailer (2012, στο άλμπουμ «Gary Pailer»).
- Marco Pigolotti (Απρίλιος 2013, ορχηστρική εκτέλεση σε medley του άλμπουμ «Acoustic 80’s Fingerstyle»).
- Moreland & Arbuckle (Ιούλιος 2013, στο άλμπουμ «7 Cities»).
- Lorde (Νοέμβριος 2013, ριζοσπαστική industrial εκτέλεση στο soundtrack «The Hunger Games: Catching Fire»). Η εκτέλεση αυτή ηχογραφήθηκε με παραγωγούς τον Peter Shurkin και τον Joel Little και ενορχηστρωτές τον Michael A. Levine και τον Lucas Cantor. Παρόλο που είναι μικρή σε διάρκεια, ακούγεται πιο παρατεταμένη. Η Νεοζηλανδή τραγουδίστρια των Royals επιβράδυνε τον ρυθμό του τραγουδιού και αποκάλυψε την σκοτεινή καρδιά του «Everybody Wants To Rule The World», διασκευάζοντας ανατρεπτικά το τραγούδι των Tears For Fears και εξετάζοντάς το από μία νέα οπτική γωνία. Ισοπέδωσε τον χλευασμό του τίτλου στο ρεφρέν και, ναρκώνοντας την επίμονη γραμμή των τυμπάνων του πρωτότυπου και καταργώντας τη synth ακολουθία, μετέτρεψε το τραγούδι σε ένα συγκλονιστικό, ζοφερό και δυσοίωνο μοιρολόι που αντηχεί τέλεια τα μετα-αποκαλυπτικά θέματα της ταινίας που συνοδεύει. Η σκοτεινή και μελαγχολική αυτή εκτέλεση αναδεικνύει το εγγενές σκοτάδι του τραγουδιού σαν η πρωταγωνίστρια να βλέπει τις αρπακτικές εσωτερικές επιθυμίες όλων όσων την περιβάλλουν. Η απόμακρη παραδοξότητα της φωνής της Lorde, με το βιομηχανικό vibrato, και η κοφτερή εκκωφαντική της ερμηνεία διαπερνά τις βασικές αξίες του τραγουδιού, σμιλεύοντας τις φρικτές εμμονές της κοινωνίας, και την κάνει να ακούγεται σαν να αρπάζει ένα στιλέτο και να είναι μία από τις τρομερές νεαρές δολοφόνους των Αγώνων Πείνας. Η απόφαση της Lorde να χαμηλώσει τόσο δραστικά τον ρυθμό του κομματιού έστρεψε την προσοχή στους στίχους, καθώς κυμαίνονται μεταξύ ρητορικών εκκλήσεων και δηλωτικών προφητειών, λειτουργώντας τόσο ως κοινωνικό σχόλιο όσο και ως ολιστικός στοχασμός, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι σχεδόν αγνώριστο συγκριτικά με το πρωτότυπο. Αν και το τραγούδι ταιριάζει εύστοχα στη Lorde, είναι επίσης η τέλεια μουσική υπόκρουση μιας ταινίας για μια καταπιεστική κυβέρνηση που έχει εμμονή με τον πλούτο και την εικόνα. Ο Tom Mackay, εκτελεστικός αντιπρόεδρος της δισκογραφικής εταιρείας Republic, εξήγησε στο περιοδικό Billboard ότι η 17χρονη τότε τραγουδοποιός τελείωνε το άλμπουμ «Pure Heroine» την στιγμή που της ζητήσανε κομμάτια για το soundtrack.
Tom Mackay: Δεν υπήρχε χρόνος για να γράψει ένα demo, να το υποβάλει και να επανέλθει μετά τις αλλαγές. Όπως πολλά τραγούδια σ’ αυτό το άλμπουμ, είναι ένα καλλιτεχνικό άλμα. Όταν το ακούσαμε, μείναμε έκπληκτοι με το πώς το αναμόρφωσε -είναι δύσκολο να μην σκεφτεί κανείς τον πρόεδρο Snow και το Καπιτώλιο στην ταινία και στο βιβλίο.
— — —
Γενικά οι κριτικές ήταν θετικές στη διασκευή, κάποιοι την επαίνεσαν για την πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα, αν και άλλοι την επέκριναν επειδή αφαιρέθηκε η αρχική αισιόδοξη σύνθεση του τραγουδιού, χάνοντας μέρος της επίδρασής του. Το Slate έγραψε ότι ενώ το τραγούδι δεν ξεπερνά το εξαιρετικό πρωτότυπο, το επαναπροσδιορίζει με αξιομνημόνευτο τρόπο. Το Idolater αποκάλεσε τη διασκευή «στοιχειωτική και μελοδραματική». Αντίθετα, το Stereogum επέκρινε το ρεφρέν και την παραγωγή, αλλά επαίνεσε τα απόκοσμα και ασυνήθιστα φωνητικά της Lorde. Η εκτέλεση αυτή έφτασε στο No 65 του Ηνωμένου Βασιλείου. Επίσης έφτασε στο No 14 της Νέας Ζηλανδίας, No 53 στην Αυστραλία και No 93 στη Γαλλία. Ο Orzabal επαίνεσε τη Lorde για την επανεφεύρεση του τραγουδιού, δηλώνοντας ότι το συγκρότημα το βρίσκει ενδιαφέρον όταν οι καλλιτέχνες παίρνουν κάτι και το ερμηνεύουν διαφορετικά. Μάλιστα κατά την περιοδεία Rule The World, οι Tears For Fears χρησιμοποιούσαν αυτή την εκδοχή για να ξεκινήσουν την παράστασή τους.
Roland Orzabal: Λίγοι έχουν δοκιμάσει το «Everybody Wants To Rule The World», αλλά τα κατάφερε, είναι εκπληκτικό. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα μπορούσε να γίνει έτσι.
— — —
Curt Smith: Το «Everybody Wants To Rule The World» είναι ένα πολύ ανεβαστικό pop τραγούδι, αν και στιχουργικά δεν είναι. Μετά άκουσα την εκδοχή της Lorde για το νέο soundtrack των «Αγώνων Πείνας» και είναι σκοτεινή όσο καμία. Είναι εντελώς διαφορετική. Αυτές είναι οι εκδοχές που μας αρέσουν. Όταν οι άνθρωποι ουσιαστικά παίρνουν αυτό που κάναμε εμείς και το κάνουν νότα προς νότα με διαφορετική φωνή, είναι λίγο karaoke. Δεν είναι και πολύ ενδιαφέρον. Αλλά όταν οι άνθρωποι το ερμηνεύουν εκ νέου, μας ενδιαφέρει.
— — —
Το Paste κατέταξε την εκτέλεση της Lorde στο No 13 των καλύτερων διασκευών που έγιναν τη δεκαετία του 2010.
- Synthphonic (Νοέμβριος 2013, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Affinity»).
- Stu’s Front Room (Δεκέμβριος 2013, στο άλμπουμ «No Requests»).
- New West Guitar Group (2013, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Big City»).
- Glee Cast (Ιανουάριος 2014, στο άλμπουμ «Glee The Music – The Complete Season Four»).
- Brad Simmons (Φεβρουάριος 2014, σε single).
- Aron Wright (Απρίλιος 2014, σε single).
- Stereo Dub feat. Urselle (Μάιος 2014, στο άλμπουμ «Soul Stereo Sound System»).
- Double Down (Ιούλιος 2014, στο άλμπουμ «Make Your Move»).
- The Meanies (Ιούλιος 2014, στο άλμπουμ «The Meanies Cover Their Tracks»).
- Jack & The Ripper Girl (Ιούλιος 2014, στο άλμπουμ «Cover Band Of The Day – 30 Hits»).
- Mike Viola (Σεπτέμβριος 2014, στο άλμπουμ «Here Comes The Reign Again – The Second British Invasion»).
- Molotov Cocktail Piano (Δεκέμβριος 2014, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Tribute To Lorde – Pure Heroine Extended & Extras»).
- Twinkle Twinkle Little Rock Star (Δεκέμβριος 2014, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Lullaby Versions Of The Hunger Games»).
- Yoga Pop Ups (Δεκέμβριος 2014, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Yoga Tribute To The Hunger Games»).
- Lucius (2014, στο single «Genevieve»).
- La Lucha feat. Jun (Ιανουάριος 2015, στο άλμπουμ «Standards, Not-Standards»).
- Max McCabe (Ιανουάριος 2015, στο άλμπουμ «80s Remix Covers»).
- Rayvon Owen (Μάρτιος 2015, στο talent show «American Idol XIV-Top 11»).
- Dave Damiani (Απρίλιος 2015, στο άλμπουμ «Midlife Crisis»).
- Acoustic Sessions (Μάιος 2015, ακουστική ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Acoustic Guitar Tribute To Tears For Fears»).
- Key Sones (Ιούλιος 2015, στο άλμπουμ «Covers»).
- Alan Frew (Νοέμβριος 2015, στο άλμπουμ «80290 Rewind»).
- Lower Than Atlantis (Νοέμβριος 2015, στο άλμπουμ «Lower Than Atlantis»).
- Josh Franklin (Δεκέμβριος 2015, στο άλμπουμ «70s & 80s Pop Covers»).
- Miley Cyrus (Ιανουάριος 2016, ενσωματωμένο στο remix του «Black Skinhead» από τον Kanye West).
- Heather Rankin ft. Quake Matthews (Ιανουάριος 2016, σε single. Περιέχει ένα νέο μέρος rap).
- Jennifer Damiano & Company (Μάρτιος 2016, στο άλμπουμ «American Psycho»).
- Ninja Sex Party (Μάρτιος 2016, στο άλμπουμ «Under The Covers»).
- Jamie Culllum (Μάιος 2016, στο άλμπουμ «Sounds Of The 80s Volume 2 – Unique Covers Of Iconic 80s Hits»).
- Mark Lettieri (Μάιος 2016, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Spark And Echo»).
- Lane Sinclair & Georgia Wiggins (Μάιος 2016, σε single).
- 8 Bit Arcade (Μάιος 2016, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «The 8Bit 80s»).
- David Osborne (Ιούνιος 2016, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Pop! Goes The Piano – Let It Go»).
- Kristen Lee Sergeant (Αύγουστος 2016, στο άλμπουμ «Inside Out»).
- Rebecca Roubion (Σεπτέμβριος 2016, στο άλμπουμ «Sorted Noise Records – Covers»).
- Jason Vieaux & Julien Labro (Οκτώβριος 2016, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Infusion»).
- Thom Cooper (Νοέμβριος 2016, ακουστική εκτέλεση στο άλμπουμ «Acoustic 80s & 90s Covers»).
- Emerson Parris (Δεκέμβριος 2016, στο άλμπουμ «Art Crimes Too»).
- Carbe & Durand (2016, στο άλμπουμ «A Bridge Between»).
- Mayer Hawthorne (2016, σε single. Ο ακροατής μπορεί να ακούσει κάπως τη δεκαετία του 1980 σε αυτή την εκτέλεση, αλλά μοιάζει λίγο περισσότερο με Jam/Lewis παρά με Tears For Fears, με όλες αυτές τις αρμονίες πάνω σε βελούδινα κρουστά, και μία περισσότερο πλευρική κίνηση παρά μια πλήρη αναδιαμόρφωση. Αν μη τι άλλο, φέρνει τη soul στο προσκήνιο, μέχρι που σε κάνει να πιστεύεις ότι ήταν πάντα ένα crossover R&B και όχι ένα χαρακτηριστικό τραγούδι της χρυσής εποχής της new pop).
- Midnite String Quartet (Μάρτιος 2017, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «New Wave Heartstrings V2»).
- Josh West & Nala Price (Μάρτιος 2017, σε single).
- Cinematic Pop feat. Spencer Jones & McKenna Breinholt (Απρίλιος 2017, στο άλμπουμ «Prologue»).
- Hemlock & Honeycomb (Απρίλιος 2017, σε single).
- Brothertiger (Μάιος 2017, στο άλμπουμ «Brothertiger Plays Tears For Fears Songs From The Big Chair»).
- Steven Davis (Ιούνιος 2017, στο άλμπουμ «Departure»).
- Magical Piano Player (Ιούλιος 2017, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Lorde Piano Renditions»).
- Bailey Pelkman (Ιούλιος 2017, στο άλμπουμ «Covers II»).
- Ted Yoder (Αύγουστος 2017, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Songs From The Orchard». Ο μουσικός από το Arkansas κατέκτησε την καρδιά του διαδικτύου με την υπέροχη διασκευή του παίζοντας σε σαντούρι. Επιδεικνύοντας την αξιοσημείωτη ικανότητά του σ’ ένα απόκρυφο και άγνωστο στον δυτικό κόσμο όργανο, ο Yoder μετέτρεψε τη synth-pop επιτυχία του 1985 σε μία λεπτή, αιθέρια folk μελωδία. Η γνώριμη και ανθεκτική μελωδία του τραγουδιού αποδείχθηκε αξιοσημείωτα προσαρμόσιμη στο σαντούρι και το βίντεο του Yoder έγινε viral. Η φήμη για την επιτυχία του video έφτασε και στα αυτιά των Tears For Fears, με αποτέλεσμα ο τραγουδιστής Curt Smith και ο drummer Jamie Wollam να αφιερώσουν χρόνο για να σταματήσουν στο σπίτι του Yoder και να προσθέσουν το ταλέντο τους στην εκδοχή αυτή του τραγουδιού. Έτσι, ένα νέο εξαιρετικά ταπεινό βίντεο γυρίστηκε σε εξωτερικό χώρο, με τον Smith να τραγουδάει χαλαρός καθισμένος σε μια κούνια που κρέμεται από ένα κλαδί δέντρου, τον Wollam να χτυπάει δυνατά με ρυθμό και τον Yoder να παίζει στο σαντούρι. Όλη αυτή η εικόνα δίνει την αίσθηση ενός τραγουδιού γύρω από τη φωτιά, εκτός από το γεγονός ότι τραγουδάει μόνο ο Smith, το όργανο που τον συνοδεύει είναι ένα σαντούρι και όχι μια ακουστική κιθάρα και… δεν υπάρχει φωτιά).
- Joseph (Σεπτέμβριος 2017, στο άλμπουμ «Stay Awake»).
- AT/DC (Ιανουάριος 2018, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Elephant In Fishnet»).
- Deep Wave feat. Shasta (Ιανουάριος 2018, στο άλμπουμ «Chillout 80s»).
- Bear Stevers (Μάρτιος 2018, σε single).
- The Cat & Owl (Ιούνιος 2018, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «80’s Pop Lullabies»).
- Uriel & His Instrumental Piano (Ιούλιος 2018, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Pop Hit’s Vol. 3»).
- Giorgio Moroder & Raney Shockne, Elena Mendoza (Ιούλιος 2018, ασυνήθιστη εκτέλεση στα ισπανικά στο άλμπουμ «Queen Of The South – Original Series Soundtrack»).
- Trevor Horn feat. The Sarm Orchestra & Robbie Williams (Οκτώβριος 2018, σε single και στη συνέχεια στο άλμπουμ «Trevor Horn Reimagines The Eighties»).
- Jens Kuross (Οκτώβριος 2018, στο EP «Art! At The Expense Of Mental Health, Vol. 2»).
- Tim Thompson (Οκτώβριος 2018, ακουστική ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Undercover, Vol. 1»).
- Jamie Dupuis (2018, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Harp Guitar Covers, Vol. 3»).
- Loston (2018, στο EP «Echoes»).
- Cleo Alexandra (Ιανουάριος 2019, στο άλμπουμ «Cleo Alexandra»).
- Anne Steele (Ιανουάριος 2019, στο άλμπουμ «Made Out Of Stars»).
- Weezer (Ιανουάριος 2019, αδιάφορη εκτέλεση στο άλμπουμ «Weezer». Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς ερμήνευσαν το τραγούδι μαζί με τον Roland Orzabal και τον Curt Smith στο φεστιβάλ Coachella και ξανά στην εκπομπή Jimmy Kimmel Live! Ο Smith τραγούδησε το πρώτο κουπλέ, με τον Orzabal να τον συνοδεύει στο ρεφρέν. Ο Rivers Cuomo, τραγουδιστής των Weezer, ανέλαβε το δεύτερο κουπλέ και το τραγούδι ολοκληρώνεται και με τους τρεις).
- Become One (Φεβρουάριος 2019, στο άλμπουμ «Classics Vs Classics Vol 2»).
- Unwoman (Μάρτιος 2019, στο άλμπουμ «Uncovered Volumes 4 & 5»).
- Bort (Απρίλιος 2019, στο EP «The Unblinking Eye»).
- Chlara (Ιούνιος 2019, ακουστική εκτέλεση στο EP «#acousticNOW5»).
- Sheldon Riley (Ιούνιος 2019, ζωντανή ηχογράφηση σε single).
- Lettuce (Αύγουστος 2019, στο άλμπουμ «Elevate»).
- Blue Fashion (Σεπτέμβριος 2019, στο άλμπουμ «Pose»).
- Pomplamoose (Οκτώβριος 2019, σε single).
- Turn Of The Century (Οκτώβριος 2019, στο EP «The Cover Up»).
- Alistair (Δεκέμβριος 2019, σε single).
- Kit Shields & Mooner (Δεκέμβριος 2019, στο άλμπουμ «EML 101 Vol. 2»).
- Party Tyme Karaoke (2019, στο άλμπουμ «Top 10 Box Set, Vol. 8»).
- Massimo Biolcati (Ιανουάριος 2020, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Incontre»).
- Ryan Tenner (Ιανουάριος 2020, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Pop Piano Covers»).
- Hindley Street Country Club (Μάρτιος 2020, στο άλμπουμ «HSCC 2»).
- Abandoning Sunday (Απρίλιος 2020, σε single).
- Kate McGill (Μάιος 2020, σε single).
- LP And The Vinyl (Σεπτέμβριος 2020, στο άλμπουμ «Heard & Seen»).
- Arro (Οκτώβριος 2020, σε single).
- Sweet Little Band (Οκτώβριος 2020, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Babies Go Tears For Fears»).
- Alfie Templeman (Οκτώβριος 2020, σε single).
- Bow Anderson (Νοέμβριος 2020, σε single).
- Audra Mae (Νοέμβριος 2020, σε single).
- Dwayne Gretzky (Δεκέμβριος 2020, ζωντανή ηχογράφηση στο άλμπουμ «NYE 2020 – Live At The Danforth Music Hall»).
- Jazzysticks & Urselle (Δεκέμβριος 2020, σε single).
- Thana Alexa (2020, στο άλμπουμ «Ona»).
- La Lucha (2020, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Everybody Wants To Rule The World»).
- RJ & The Assignment (2020, στο άλμπουμ «Hybrid Harmony»).
- Giuseppe Urso (2020, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «Nake»).
- Water From Your Eyes (Ιανουάριος 2021, στο άλμπουμ «Somebody Else’s Songs»).
- Kari Kirkland (Φεβρουάριος 2021, στο άλμπουμ «Wild Is The Wind»).
- Karizma Duo (Μάρτιος 2021, ακουστική εκτέλεση στο άλμπουμ «Classic Pop Covers»).
- The Private Language (Απρίλιος 2021, σε single).
- Scouting For Girls (Απρίλιος 2021, στο άλμπουμ «Easy Cover»).
- First To Eleven (Μάιος 2021, σε single).
- Sammy Rae & The Friends (Μάιος 2021, σε single).
- 54th & City (Ιούνιος 2021, a cappella εκτέλεση στο EP «Back In Town»).
- Scary Pockets feat. Cory (Ιούνιος 2021, ασυνήθιστη εκτέλεση σε single και αργότερα στο άλμπουμ «Technicolor Magic»).
- Barrett Crake (Ιούλιος 2021, σε single).
- Ian & Dan (Ιούλιος 2021, ακουστική εκτέλεση σε single).
- The Arcadian Wild (Αύγουστος 2021, σε single και αργότερα στο EP «Covered – Beneath Another Sky»).
- Polenta Con Pajaritos (Αύγουστος 2021, στο άλμπουμ «Bastard Covers II»).
- One Hand Clapping (Νοέμβριος 2021, στο άλμπουμ «Covers»).
- Random Hearts (Δεκέμβριος 2021, στο άλμπουμ «Under Cover»).
- Elsi (2021, σε single).
- Vocal Point (Φεβρουάριος 2022, a cappella εκτέλεση στο EP «Elevator Pitch»).
- Guitar Dreamers (Απρίλιος 2022, ακουστική ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «80’s Acoustic Rock Hits»).
- Tufts Jackson Jills (Απρίλιος 2022, a cappella εκτέλεση σε single).
- Double Take (Ιούνιος 2022, σε single).
- Sethlojo (Σεπτέμβριος 2022, εκτέλεση σόλο κιθάρας σε single).
- Elizabeth Cook (Οκτώβριος 2022, σε single).
- Denesen (Νοέμβριος 2022, σε single).
- Lil Baby (2022, ως sample στο τραγούδι «The World Is Yours To Take»).
- Robert Glasper feat. Common & Lalah Hathaway (2022, στο άλμπουμ «Black Radio III»).
- Kevin Simm (Μάρτιος 2023, ακουστική εκτέλεση σε single).
- Marc Jordan (Απρίλιος 2023, στο άλμπουμ «Waiting For The Sun To Rise». Στο σόλο τρομπέτας ο Randy Brecker).
- Boyce Avenue & Hannah Trigwell (Ιούνιος 2023, σε single).
- Niall Horan (Ιούνιος 2023, ζωντανή ηχογράφηση στο άλμπουμ «The Show: The Encore»).
- Emily Linge (Ιούλιος 2023, σε single).
- Denin Slage-Koch (Οκτώβριος 2023, ορχηστρική εκτέλεση στο άλμπουμ «It Comes In Waves»).
- The Wildwoods (Νοέμβριος 2023, ακουστική εκτέλεση σε single).
- Jonah Hall (Δεκέμβριος 2023, στο άλμπουμ «Slow Covers, Volume Four»).
- The Muhlenberg Dynamics (Δεκέμβριος 2023, ακουστική εκτέλεση στο EP «After Hours»).
- Declain (2023, σε single).
- T-Nek (2023, στο άλμπουμ «Neon Covers»).
- The Countdown Kids (Ιανουάριος 2024, σε single).
- Niall Horan (Απρίλιος 2024, ζωντανή ηχογράφηση στο άλμπουμ «The Show: The Encore»).
- Mac Glocky (Ιούνιος 2024, στο άλμπουμ «Fantasy Covers, Vol. 2»).
- Heitor Pereira (Ιούνιος 2024, στο άλμπουμ «Despicable Me 4: Original Motion Picture Soundtrack»).
- Hey June! (2024, σε single).
- Quinn & Barrett (Μάιος 2025, στο άλμπουμ «Just… Quinn & Barrett»).
- Matt Bednarsky (Ιούνιος 2025, σε single).
Οι στίχοι:
Welcome to your life
There’s no turning back
Even while we sleep
We will find you
Acting on your best behavior
Turn your back on mother nature
Everybody wants to rule the world
It’s my own design
It’s my own remorse
Help me to decide
Help me make the most
οf freedom and of pleasure
Nothing ever lasts forever
Everybody wants to rule the world
There’s a room where the light won’t find you
Holding hands while the walls come tumbling down
When they do I’ll be right behind you
So glad we’ve almost made it
So sad they had to fade it
Everybody wants to rule the world
I can’t stand this indecision
Married with a lack of vision
Everybody wants to rule the world
Say that you’ll never, never, never, never need it
One headline why believe it?
Everybody wants to rule the world
All for freedom and for pleasure
Nothing ever lasts forever
Everybody wants to rule the world
