του Κώστα Παυλικιάνη
Το «Everything I Own» περιλαμβάνεται στον δίσκο «Sold», που κυκλοφόρησε το 1987.
Πρόκειται για ένα αρχικά easy listening/pop/soft rock τραγούδι, το οποίο έγραψε ο David Gates, τραγουδιστής των Bread. Αν και σε πρώτη ακρόαση μπορεί να ερμηνευθεί ως ένα τραγούδι για μία διαλυμένη σχέση, ο ίδιος ο Gates αποκάλυψε ότι γράφτηκε στη μνήμη του πατέρα του, ο οποίος είχε πεθάνει το 1963, πριν καταφέρει ο Gates να γνωρίσει επιτυχία με τους Bread.
David Gates: Ο πατέρας μου ήταν ευγενικός και πράος και σεβαστός από όλους. Μου έλεγε:
– Ο κόσμος θα κάνει αυτό που κάνεις, όχι αυτό που λες.
Πάντα είχε χρόνο για μένα και μου έμαθε να διαβάζω και να γράφω μουσική, να παίζω διάφορα όργανα και με μύησε στην κλασική μουσική, η βάση μου. Μια χρονιά, έστειλα στη μαμά μου μια ορχιδέα για τα γενέθλιά της, για την οποία ίσα που είχα τα χρήματα. Ήταν τόσο συγκινημένη -ο μπαμπάς μου μού έγραψε για να μου πει ότι θα μπορούσα να πάρω «οτιδήποτε είχε εκείνη» σε αντάλλαγμα. Ο πατέρας μου πέθανε το 1963 και ήθελα να γράψω ένα τραγούδι στη μνήμη του. Έζησε για να δει κάτι από τα πρώτα μου βήματα προς την επιτυχία, αλλά όχι τα μεγάλα τραγούδια ή τη φήμη με τους Bread. Η επιτυχία μου θα ήταν τόσο ξεχωριστή γι’ αυτόν καθώς ήταν η μεγαλύτερη επιρροή μου. Έτσι αποφάσισα να γράψω και να ηχογραφήσω το «Everything I Own» γι’ αυτόν. Όπως με όλα τα τραγούδια μου, η μουσική προηγήθηκε και οι στίχοι προσπάθησαν να ακολουθήσουν τον ρυθμό, αλλά ήρθαν αρκετά γρήγορα. Έγραψα τους στίχους -«I would give everything I own just to have you back again»- ώστε να μπορούν να ερμηνευτούν ως ερωτικό τραγούδι, αλλά όταν το έπαιξα στη γυναίκα μου, κατάλαβε αμέσως ότι αφορούσε τον πατέρα μου. Έκλαψε. Αν ακούσεις τα λόγια «You sheltered me from harm, kept me warm, gave me life to me, set me free» [«Με προστάτεψες από το κακό, με κράτησες ζεστό, μου έδωσες τη ζωή μου, με απελευθέρωσες»], τα λέει όλα. Η ηχογράφηση με τους Bread ήταν πιεστική, επειδή ήθελα να μεταφέρω το συναίσθημα στα φωνητικά που υπήρχε όταν το έπαιζα με ακουστική κιθάρα. Χρόνια αφότου γράφτηκε, άρχισα να αποκαλύπτω στο κοινό περί τίνος επρόκειτο. Το τραγούδι είναι μια ευκαιρία να νιώσεις πολύ έντονα συναισθήματα για την απώλεια χρόνου με κάποιον που αγαπούσες. Είχα την τύχη να δω να έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο σε τόσους πολλούς ανθρώπους.
Το «Everything I Own» ηχογραφήθηκε πρώτη φορά από τους Bread το 1971, με παραγωγό τον David Gates. Ο Larry Knechtel, ο οποίος είχε παίξει πιάνο στο τραγούδι «Bridge Over Troubled Water» (1970) των Simon & Garfunkel, έπαιξε το μέρος του τσέμπαλου κατά τη διάρκεια του ρεφρέν. Η δε μπότα στα drums διπλασιάστηκε για να αποκτήσει πιο πυκνό ήχο.
Η πρώτη αυτή εκτέλεση συμπεριλήφθηκε στον δίσκο «Baby I’m-A Want You», που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1972, ενώ κυκλοφόρησε και σε single στις 29 Ιανουαρίου 1972.
Το περιοδικό Record World είπε για το «Everything I Own» ότι είναι μελωδικά πιο διακριτικό από τον προκάτοχό του, το «Baby I’m-A Want You», και ότι «το τελευταίο κόσμημα του David Gates θα ενταχθεί στην αυξανόμενη σειρά επιτυχιών των Bread που ανέβηκαν στην κορυφή των charts». Το Cash Box είπε ότι «η μπαλάντα με το έντονα ρυθμικό ρεφρέν είναι μια ακόμα ομορφιά του David Gates, ψημένη προσεκτικά από τους Bread» (κάνοντας λογοπαίγνιο με το όνομα του συγκροτήματος Bread= ψωμί).
Το τραγούδι έφτασε στο No 5 των Η.Π.Α. και στο No 32 του Ηνωμένου Βασιλείου. Επίσης, έφτασε στο No 5 του Καναδά, No 9 στη Νέα Ζηλανδία και No 12 στην Αυστραλία.
Τον Ιούνιο του 1972, ο Andy Williams κυκλοφόρησε μία εκτέλεση του τραγουδιού την οποία συμπεριέλαβε στον δίσκο «Love Theme From The Godfather».
Το 1974, ο Τζαμαϊκανός καλλιτέχνης Ken Boothe ηχογράφησε τη δική του reggae εκτέλεση, στα Federal Studios στο Kingston της Τζαμάικας. Ο Boothe άκουσε για πρώτη φορά την εκτέλεση του Andy Williams στον Καναδά και αποφάσισε να ηχογραφήσει το τραγούδι καθώς χρειαζόταν επιπλέον υλικό για τον επερχόμενο δίσκο του. Αν και ο David Gates έγραψε το τραγούδι για την απώλεια του πατέρα του, ο Boothe το μετέτρεψε σε ερωτικό τραγούδι. Ο παραγωγός του, Lloyd Charmers, δεν ήθελε να ηχογραφήσει ο Boothe αυτό το τραγούδι.
Ken Boothe: Όταν έκανα περιοδεία στον Καναδά, ένας φίλος μού έπαιξε την εκτέλεση του Andy Williams στο «Everything I Own» και μου είπε:
– Ken, όταν γυρίσεις σπίτι σου στην Τζαμάικα, φρόντισε να ηχογραφήσεις αυτό το τραγούδι!
Εκείνη την εποχή, χρειαζόσουν 10 ή περισσότερα τραγούδια για να ολοκληρώσεις ένα άλμπουμ. Έτσι, το 1974, όταν βρισκόμασταν στα στούντιο Federal στο Kingston ψάχνοντας για το δέκατο τραγούδι, θυμήθηκα το «Everything I Own». Ο παραγωγός δεν ήταν πρόθυμος επειδή του άρεσε να έχει τον έλεγχο και να προτείνει τα τραγούδια, αλλά όταν άρχισα να τραγουδάω «You sheltered me from harm…» τα μάτια όλων έλαμψαν. Εκείνη την εποχή υπήρχε πολλή βία στην Τζαμάικα, οπότε τα λόγια σήμαιναν κάτι για μας. Η ιδιοκτήτρια του στούντιο μπήκε μέσα και είπε:
– Αν αυτό το τραγούδι δεν γίνει επιτυχία, θα πουλήσω ολόκληρο το στούντιο!
Μου άρεσε τόσο πολύ το τραγούδι και ήθελα να του προσφέρω κάτι που θα θυμόταν ο κόσμος, οπότε έψαξα μέσα μου για τα φωνητικά.
Στην ηχογράφηση αυτή έλαβαν μέρος οι: Ken Boothe (φωνή), Willie Lindo (κιθάρα), Lloyd Parks (μπάσο), Paul Douglas (drums), Lloyd Charmers (όργανο, πιάνο, κρουστά) και οι Federal Soul Givers (χάλκινα).
Η εκτέλεση του Ken Boothe συμπεριλήφθηκε στον δίσκο «Everything I Own» (1974) και κυκλοφόρησε επίσης σε single. Στις 26 Οκτωβρίου 1974, το τραγούδι ανέβηκε στο No 1 του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ έγινε επίσης No 1 στην Ιρλανδία και στην Τζαμάικα.
Ken Booth: Έγινε No 1 στην Τζαμάικα και η δισκογραφική εταιρεία Trojan το πήρε για το Ηνωμένο Βασίλειο. Καθόμουν στη βεράντα μου και κάπνιζα χόρτο όταν ο ταχυδρόμος ήρθε μ’ ένα τηλεγράφημα που μου έλεγε ότι το BBC με ήθελε στο Top Of The Pops. Ήμουν σε περιοδεία και δεν είχα χρόνο να πάω στο Λονδίνο και, επειδή δεν είχαμε βίντεο, το BBC έβαλε έναν τύπο σε ένα παράθυρο, με μια σκιά να καλύπτει το πρόσωπό του, και μιμήθηκε το τραγούδι -όλοι νόμιζαν ότι ήμουν εγώ. Δύο εβδομάδες αργότερα έκανα πραγματικά το Top Of The Pops. Συμμετείχα συνολικά 14 φορές στο πρόγραμμα με το τραγούδι αυτό και με το επόμενο, το «Crying Over You», εμφανιζόμενος δίπλα σε άτομα όπως ο Elton John και οι Hot Chocolate. Όταν το τραγούδι έγινε No 1 στη Βρετανία, ο Bob Marley με πήρε τηλέφωνο για να με συγχαρεί. Υπήρχαν πολλά τζαμαϊκανά τραγούδια στα βρετανικά charts εκείνη την περίοδο. Ήταν μια ευτυχισμένη εποχή για τη reggae.
Η εκδοχή του Boothe χρησιμοποιεί τον στίχο «I would give anything I Own» αντί για «everything», αλλά διατήρησε τον αρχικό τίτλο καθιστώντας το ένα από τα λίγα No 1 που δεν είχαν τον πραγματικό τίτλο στους στίχους. Αν και το τραγούδι σημείωσε μεγάλη επιτυχία, η δισκογραφική εταιρεία Trojan πτώχευσε το 1975 με αποτέλεσμα να μην καταβληθούν αμοιβές από τα δικαιώματα.
Ken Booth (εφημερίδα Guardian, 20/08/2019): Αφού έγινε επιτυχία, ανακάλυψα ότι η Trojan χρεοκόπησε. Πέταξα για το Λονδίνο και δεν υπήρχε κανείς στο γραφείο, μόνο εξώφυλλα δίσκων σκορπισμένα παντού. Δεν είχα λάβει τα δικαιώματά μου και η καριέρα μου πήγε στο βρόντο για λίγο -έχασα όλα όσα είχα, όπως στο τραγούδι, αλλά ποτέ δεν εγκατέλειψα τη μουσική. Έχω γράψει πολλά τραγούδια, αλλά είμαι πάντα πολύ ευγνώμων στον David Gates που το έγραψε. Έκανα μια νέα ακουστική εκδοχή για την ταινία «Inna De Yard» (2019). Σήμερα, όποτε το τραγουδάω ζωντανά, όλο το κοινό το τραγουδάει μαζί μου.

Ο George Alan O’Dowd, γνωστός παγκοσμίως ως Boy George, γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1961 και είναι Άγγλος μουσικός και τραγουδοποιός που έγινε διάσημος ως ο βασικός τραγουδιστής του συγκροτήματος Culture Club. Οι Culture Club ήταν ένα επιδραστικό αγγλικό new wave συγκρότημα που σχηματίστηκε στο Λονδίνο το 1981, γνωστό για τη συμβολή του στον καθορισμό του ήχου και του στυλ της δεκαετίας του 1980. Οι Culture Club έχουν πουλήσει πάνω από 50 εκατομμύρια άλμπουμ παγκοσμίως, ενώ κατάφεραν επτά τραγούδια τους να βρεθούν στο βρετανικό Top 10 και εννέα στο Top 10 των Η.Π.Α., συμπεριλαμβανομένων των «Do You Really Want To Hurt Me» (1982) και του «Karma Chameleon» (1983).
Ο Boy George ακολούθησε και σόλο καριέρα ως τραγουδιστής. Το 1986, ηχογράφησε τη δική του reggae εκτέλεση στο «Everything I Own» στα AIR Studios, στο Montserrat, με παραγωγό τον Stewart Levine και ηχολήπτη τον Glen Skinner.
Ο Boy George τραγουδάει «I would give everything I own» μέχρι το τέλος, σε αντίθεση με τον David Gates και τον Ken Boothe που εναλλάσσονταν μεταξύ «anything» και «everything». Ωστόσο, με επιρροή περισσότερο από την εκδοχή του Ken Boothe, το γλυκό reggae ύφος της εκτέλεσης του Boy George θυμίζει την πρώτη επιτυχία που είχε με τους Culture Club, το «Do You Really Want To Hurt Me?».
Η εκτέλεση του Boy George κυκλοφόρησε σε single και σε maxi single στις 23 Φεβρουαρίου 1987, επτά μήνες μετά τη σύλληψή του για κατοχή ηρωίνης.
Η ιρλανδική εφημερίδα The Kerryman έγραψε ότι «ο τραγουδιστής επιστρέφει με το παραπλανητικό τραγούδι που βγήκε στον αέρα από το αμερικανικό συγκρότημα Bread. Αν και μπορεί να μην είναι μια λαμπρή επιστροφή, ο Boy χρειάζεται την υποστήριξή μας. Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα σηματοδοτήσει την αρχή μιας πλήρους αποκατάστασης». Το People Magazine το περιέγραψε ως «άθλια» reggae εκτέλεση και πρόσθεσε ότι «για να ταιριάξει με το μέτρο της reggae, ο George πρέπει να καταφύγει σ’ ένα είδος λόξιγκα στο ρεφρέν». Η βρετανική εφημερίδα Reading Evening Post έκρινε το τραγούδι ως μια «τραχιά και κουρασμένη εκδοχή μιας παλιάς επιτυχίας». Το Smash Hits σημείωσε ότι γι’ αυτή τη διασκευή ο George «επιλέγει τη reggae προσέγγιση» και έκρινε ότι «αυτό μπορεί να σηματοδοτήσει απλά την αρχή μιας πλήρους αποκατάστασης».
Ίσως να περίμενε κανείς ότι ο Boy George θα ξεκινούσε τη σόλο καριέρα του με κάτι λίγο πιο προκλητικό από μία διασκευή μιας επιτυχίας των Bread. Το πρωτότυπο «Everything I Own» είναι ένα ωραίο τραγούδι, αλλά και η εκδοχή του Ken Boothe -στην οποία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό η ερμηνεία του Boy George- είναι ωραία. Χρειαζόταν ο κόσμος, λοιπόν, άλλη μία εκδοχή; Πιθανώς όχι, αλλά δεν προσβάλλει. Η εκτέλεση του Boy George είναι ωραία. Ο reggae ρυθμός είναι φωτεινός και δροσερός-λίγο πιο πρόσχαρος απ’ ό,τι στην εκδοχή του Boothe- σαν να είναι οι UB40 η μπάντα που συνόδευε τον Boy George.
Το πιο ενδιαφέρον μέρος του τραγουδιού είναι η φωνή του τραγουδιστή. Είχαν περάσει μόνο τρεισήμισι χρόνια από την τελευταία φορά που ο Boy George βρέθηκε στην κορυφή των charts, αλλά η φωνή του ακούγεται σαν να έχει γεράσει κατά μία ή δύο δεκαετίες. Ακόμα κι αν ένας ακροατής είχε φύγει το 1983 και είχε περάσει μερικά χρόνια ως ερημίτης στην έρημο και επέστρεφε χωρίς την παραμικρή ιδέα ότι ο Boy George είχε πέσει στα ναρκωτικά, μία ακρόαση του «Everything I Own» θα του έλεγε ότι κάτι είχε πάει στραβά. Η φωνή του Boy George δεν ήταν ποτέ δυνατή αλλά είχε μια εύκαμπτη παρουσία που συχνά μετέφερε τη μουσική των Culture Club και όταν χρειαζόταν να τεντωθεί τα κατάφερνε -όπως, για παράδειγμα, στην έναρξη του «Do You Really Want To Hurt Me». Στο «Everything I Own» είναι καταπονημένη και κούφια, που σέρνεται ιδιαίτερα στο τέλος των στίχων, τραχιά στις υψηλές νότες και κρυμμένη στην -εντελώς ανέμπνευστη για κάποιους- ενορχήστρωση. Η θλιβερή αλήθεια είναι ότι ο Boy George ήταν εξαρτημένος από την ηρωίνη αλλά το τραγούδι αυτό έδωσε σημαντική ώθηση στην καριέρα του.
Το «Everything I Own» έγινε No 1 στο Ηνωμένο Βασίλειο, Ζιμπάμπουε, Ιρλανδία, Νορβηγία και Νότια Αφρική, No 2 στο Βέλγιο, No 3 στην Ιταλία και στη Νέα Ζηλανδία, No 4 στην Ολλανδία, No 5 στην Αυστραλία, No 8 στη Γερμανία, Δανία και Ελβετία, No 10 στην Αυστρία, No 11 στη Γαλλία, No 13 στον Καναδά, No 14 στη Σουηδία και No 21 στη Φινλανδία. Είναι το πρώτο και το μοναδικό μέχρι σήμερα βρετανικό No 1 που είχε ο Boy George ως σόλο καλλιτέχνης, μετά την αποχώρησή του από το συγκρότημα Culture Club.
Κάποιες φορές η Βρετανία κυνηγάει και γλυκοκοιτάζει τις ατέλειες των διασημοτήτων της, άλλες φορές ζητάει την εξιλέωσή τους, συχνά λίγο και απ’ τα δύο. Η στροφή του Boy George από τον κορυφαίο pop καλλιτέχνη της Βρετανίας στον πιο διάσημο ναρκομανή της ήταν αρκετά ξαφνική και θλιβερή ώστε να τον κατατάξει στην ομάδα των «προβληματικών» αστέρων που εξακολουθούσαν να απολαμβάνουν κάποιο επίπεδο δημόσιας θαλπωρής, αρκετής τουλάχιστον για να στείλει έναν δίσκο στην κορυφή των charts. Το «Everything I Own» είναι η υπ’ αριθ. 1 ψήφος συμπόνοιας και θεωρήθηκε ένα ευτυχές τέλος για τον Boy George.
Οι Culture Club είχαν διαλυθεί τον προηγούμενο χρόνο, μετά τη μείωση των επιδόσεών τους στα charts και την ολοένα και πιο ασταθή συμπεριφορά του Boy George. Η αρχή της παρακμής τους μπορεί να εντοπιστεί άμεσα στο απίστευτα κακό «The War Song». Ίσως η επιτυχία του «Everything I Own» να οφειλόταν τόσο ως μια δήλωση υποστήριξης προς τον Boy George από τους θαυμαστές του όσο και στο ότι το τραγούδι άρεσε πραγματικά στο κοινό. Η δε έλλειψη επιτυχίας των επόμενων singles που κυκλοφόρησε ίσως υποστηρίζει αυτή τη θεωρία…
Το AllMusic στην κριτική του για τον δίσκο «Sold» έγραψε ότι αυτή η ζωηρή, ευάλωτη φωνή, κυρίως στο με reggae αποχρώσεις «Everything I Own», παραμένει το σήμα κατατεθέν του.
Προς τιμήν του, ο Boy George δεν εκμεταλλεύτηκε το δακρύβρεχτο μονοπάτι προς την ανάκαμψη. Βρήκε διέξοδο στην σκηνή των club, έκανε δίσκους όπου ακουγόταν πραγματικά ενθουσιασμένος, ανακάλυψε ξανά τον εαυτό του ως DJ και κατάφερε να αποχαιρετήσει σωστά την pop ενσάρκωσή του με το «The Crying Game» (1992).
Ο Boy George ερμήνευσε το «Everything I Own» πολλές φορές στις ζωντανές του εμφανίσεις. Ηχογράφησε ξανά το κομμάτι σε ακουστικό ύφος (Hippy Trippy Mix) και συμπεριλήφθηκε στο αμερικανικό CD single «Everything I Own» που επανακυκλοφόρησε το 1993. Το Billboard σχολίασε ότι «αυτή η reggae εκδοχή του διαχρονικού pop τραγουδιού των Bread κυκλοφόρησε για πρώτη σε single πριν από περισσότερα από πέντε χρόνια, αλλά δεν κατάφερε να φτάσει στα αμερικανικά pop ραδιόφωνα. Ανανεωμένο για τη νέα συλλογή του Boy George «At Worst, The Best Of», αυτό το τόσο γοητευτικό κομμάτι θα πρέπει να τύχει μεγαλύτερης αποδοχής αυτή τη φορά -χάρη στην ανανεωμένη δύναμη του George στο ραδιόφωνο και την αυξανόμενη τάση του ραδιοφώνου για διασκευές με reggae μουσική».
Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε επίσης σε μία dub εκδοχή στο box set των Culture Club που κυκλοφόρησε το 2002. Το 2020, οι Culture Club έπαιξαν το τραγούδι στη συναυλία Rainbow In The Dark, που προβλήθηκε μέσω live streaming σε όλο τον κόσμο εν μέσω της πανδημίας Covid-19.
Το «Everything I Own» ακούγεται στην ταινία «Bandslam» (2009, από τη Vanessa Hudgens).
Οι Culture Club έχουν σμίξει ξανά κάποιες φορές, ενώ ο Boy George διατήρησε μια σόλο καριέρα με διαρκείς διακοπές. Αναμφισβήτητα, λόγω διάφορων νομικών προβλημάτων, έφτασε να γίνει περισσότερο διαβόητος παρά διάσημος αλλά, ό,τι κι αν πιστεύει κανείς γι’ αυτόν, υπήρξε σίγουρα ένα είδωλο. Ήταν μέλος του αγγλικού νεορομαντικού κινήματος και εξελίχθηκε σε pop icon, ενώ πλέον αποτελεί τεράστιο σημείο αναφοράς για τη δεκαετία του 1980. Είναι εύλογο, λοιπόν, που κατάφερε να ανεβάσει τραγούδια στην κορυφή των charts.
Άλλες εκτελέσεις:
- Jack Jones (Απρίλιος 1972, στον δίσκο «Bread Winners»).
- The Alan Caddy Orchestra And Singers (Μάιος 1972, στον δίσκο «Twelve Top Hits»).
- Olivia Newton-John (Αύγουστος 1972, στον δίσκο «Olivia»).
- Joe Stampley (1972, στον δίσκο «If You Touch Me» και ξανά το 1976 στον δίσκο «All These Things»).
- Crystal Gayle (Νοέμβριος 1982, στον δίσκο «True Love». Κυκλοφόρησε και σε single το οποίο έφτασε στο No 93 του Ηνωμένου Βασιλείου).
- Shirley Bassey (1994, στο άλμπουμ «Bassey – The Emi/UA Years 1959-1979». Ηχογραφήθηκε το 1973).
- NSYNC (Μάιος 1997, στο άλμπουμ «NSYNC»).
- Rod Stewart (Οκτώβριος 2006, στο άλμπουμ «Still The Same… Great Rock Classics Of Our Time»).
- Greg London (2008, στο EP «Greg London». Το 2009 κέρδισε το βραβείο στην κατηγορία Best Adult Contemporary Song στα Hollywood Music In Media Awards).
Οι στίχοι:
You sheltered me from harm
Kept me warm
Kept me warm
You gave my life to me
Set me free
You set me free
Of all the years I ever knew
Those finer ones I spent with you
And I would give everything I own!
Give up my life, my heart, my home
I would give everything I own
Just to have you back again!
You taught me how to cry
I don’t know, why?
Just don’t know, why?
You gave my life to me
You set me free (x2)
Of all the years I ever knew
Those finer ones I spent with you
(Chorus)
Just to hold you once again!
If there’s someone you know
That won’t let you go
And taking it all for granted
You may lose them one day
Someone takes them away
And you don’t hear a word they say
(Chorus)
Just to hold you once again!
(x2)
Once again!
