“Στη γη της αιώνιας θλίψης” από τον Γιάννη Κυζιροπούλου

Ο Ιάσονας και οι φίλοι του πασχίζουν να επιβιώσουν σε μια Αθήνα που μαστίζεται από λιμό. Στην προσπάθειά τους να βρουν τροφή πέφτουν σε ενέδρα, με αποτέλεσμα να χάσει τους συντρόφους του. Ο ίδιος καταφέρνει να διαφύγει και κάνει σκοπό της ζωής του να πάρει εκδίκηση. Στην πορεία γνωρίζει έναν μυστηριώδη ξένο που θα αλλάξει όλα όσα νόμιζε πως ήξερε, καθώς και τον έρωτα της ζωής του. Μέσα από ζωντανές περιγραφές, αναδρομές στο παρελθόν και αλλεπάλληλες ανατροπές, ξετυλίγεται μαεστρικά μια αλληλουχία γεγονότων η οποία οδηγεί την πλοκή προς μία κορύφωση που έχει χτιστεί από την πρώτη κιόλας σελίδα.

Πρόκειται για μια ιστορία για τις ιδέες, τον έρωτα, την αγάπη, την ελευθερία, τη νομοτέλεια που διέπει τον κόσμο και την αναζήτηση του νοήματος της ύπαρξης. Οι κεντρικοί χαρακτήρες μοιάζουν παγιδευμένοι σε μια σκακιστική παρτίδα στον χωροχρόνο, και μας κάνουν να αναρωτιόμαστε κατά πόσον μπορούμε να ελέγξουμε τη ζωή και τη μοίρα μας. Ένα αλληγορικό αστικό μυθιστόρημα, ένα σκοτεινό παραμύθι, που ακροβατεί ανάμεσα στον ωμό ρεαλισμό της καθημερινότητας και τον ρομαντισμό μιας άλλης εποχής, εμπνευσμένο από την κλασική λογοτεχνία. Ένα βιβλίο γι’ αυτούς που έχουν χάσει κάτι δικό τους για πάντα, για όσους έχουν την ανάγκη να αισθανθούν. Ένα βιβλίο για τους μοναχικούς νοσταλγούς του επέκεινα…

“Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά δέντρα που στέκουν αγέρωχα, μονάχα μέχρι να τα κατακρεουργήσει ο αδυσώπητος πέλεκυς της ζωής, με τρόπο που μόνο εκείνη ξέρει. Κι αν τύχει και σταθούμε τυχεροί, και πέσουμε σε χέρια εργατικά, ίσως τότε, τουλάχιστον, προκύψει κάτι όμορφο απ’ αυτή την τόσο αναπάντεχη τραγωδία…”

Η κριτική μας

Η αλήθεια είναι πως αυτό το βιβλίο με εξέπληξε, γιατί τίποτα δεν με προϊδέασε για το τι θα αντιμετωπίσω, διαβάζοντάς το. Μια μικρή γεύση δίνει ο τίτλος του, αλλά δεν τα μαρτυρά όλα.

Η υπόθεση τοποθετείται χρονικά περίπου δέκα χρόνια στο μέλλον. Ένα πολύ επίφοβο και πολύ πιθανόν μέλλον, και μιλάμε για αυτό των παιδιών μας.

Είναι αρκετά δυστοπικό, βιώνουμε μια πολύ ζοφερή εκδοχή του, όπου κυριαρχεί η πολύ μουντή ατμόσφαιρα, και τα χρώματα που «βλέπουμε» δεν είναι ζωηρά, υπάρχουν δε, αλλά είναι ξεπλυμένα, ξεθωριασμένα, ακολουθούν πιστά το τι συμβαίνει. Θα μπορούσε να πει κανείς πως η ατμόσφαιρα είναι μάλλον άχρωμη, άγευστη.

Σε αυτή την εποχή κυριαρχεί μια αέναη μάχη επιβίωσης, όπου ο λιμός και η καθολική ανέχεια έχει μετατρέψει την κοινωνία μας σε μια ζούγκλα. Δεν κυριαρχεί καμία κανονικότητα, έχει επέλθει ο ηθικός ευτελισμός και ο κοινωνικός ξεπεσμός.

Ο θυμός και η οργή μεταμορφώνεται σε απελπισία, και κυριαρχούν πλέον μόνο τα ένστικτα.

Ήρθε άραγε η χρονική στιγμή όπου πληρώνουμε την αλαζονεία μας, ως ανθρώπινο είδος; Κι αυτό γιατί ενώ μεταλλάσουμε καλλιέργειες με απώτερο σκοπό την ποσοτικά καλύτερη διατροφή, αυτό γυρίζει μπούμερανγκ εναντίων μας και το όλο εγχείρημα αποτυγχάνει παταγωδώς. Αυτό ισχυρίζονται τουλάχιστον οι τότε κυβερνώντες.

Τείνουμε να ξεχνάμε πως τέτοιου είδους πειράματα φέρουν αλυσιδωτές αντιδράσεις (η μαμά φύση εκδικείται) και κατά συνέπεια φέρνει το αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα.

Αυτό το βιβλίο μας μιλάει για μια γενιά, αυτή των παιδιών μας πολύ πιθανόν, η οποία ηττήθηκε πριν προλάβει να έχει την επιλογή αν θα ηττηθεί ή όχι. Και δεν παύει να μετράει αμέτρητες απώλειες στη ζωή τους.

Κεντρικός ήρωας της ιστορίας μας και εκφραστής της εποχής του, ένας νεαρός και μοναχικός άντρας, που είναι συνέχεια γεμάτος θυμό και οργή, και μέσα από το ταξίδι του, ένα ταξίδι αυτογνωσίας, όπου ταυτόχρονα αποκαλύπτει την υποκρισία της κοινωνίας, τον ομοφοβισμό και τον ρατσισμό, όπου κυριαρχεί η ιδιοτέλεια και η άκρατη βία . Είναι σκληρός, ειλικρινής και κάνει την επιλογή να μη απορροφηθεί από τις «αξίες» της κοινωνίας του, αλλά επιθυμεί έναν κόσμο αληθινό, ελεύθερο από κάθε άποψη, και κυρίως όπου θα κυριαρχεί η ελεύθερη σκέψη.

Ο συγγραφέας μας μπορεί να μας παρουσιάζει μια Ελλάδα, μια Αθήνα του μέλλοντος όπου κυριαρχεί η υποκρισία, ο μισανθρωπισμός, η αλαζονεία, η πείνα, ο θάνατος και η θλίψη (η οποία έχει καλύψει τα πάντα σαν ένα αόρατο πέπλο διώχνοντας μακριά το χαμόγελο από τα πρόσωπα των ανθρώπων) και για αυτό η απώτερη αιτία είναι που ολόκληρες σοδειές ίσως και εσκεμμένα να καταστρέφονται με αποτέλεσμα ο πληθυσμός του πλανήτη να μειωθεί κατά πολύ και όσοι απομείνουν να αγωνίζονται καθημερινά για μια μερίδα φαγητό, για το αυτονόητο δηλαδή. Επιχειρεί να μας αφυπνίσει, για αυτό που είναι πολύ πιθανό να ακολουθήσει, γιατί κακά τα ψέματα, δεν βλέπουμε ήδη εμφανή σημάδια για το κακό που περιμένει τις επόμενες γενιές στο μέλλον; Δεν πρέπει να αναλογιστούμε τι θα παραδώσουμε ή για το τι παραδίδουμε ήδη στην αμέσως επόμενη γενιά;

Ως ελπίδα διαφορετικότητας και κάποιας ποιότητας ζωής αφήνει να αχνοφαίνεται η ελληνική επαρχεία, χωρίς βέβαια να ξεκαθαρίζει αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, αλλά, κακά τα ψέματα, πόσο αλώβητη μπορεί να μείνει κι αυτή από μια τόσο δυνατή διατροφική κρίση;

Μπορεί να πρόκειται για μια καθαρή μυθοπλασία, ένα δυστοπικό παραμύθι για αρκετούς, αλλά, πόσες πολλές αλήθειες καταφέρνει ο συγγραφέας μας να μας δώσει μέσα από αυτό!

της Λίτσα Κοντογιάννη 

Στη γη της αιώνιας θλίψης

Αποτέλεσμα εικόνας για "Στη γη της αιώνιας θλίψης"

Leave a Reply

Your email address will not be published.