Μόλις το 6% των CEO δηλώνει πρόοδο στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι αλληλεπιδράσεις ανθρώπου και μηχανής.
Η συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη (AI) έχει μετατοπιστεί. Δεν αφορά πλέον το εάν οι επιχειρήσεις θα την υιοθετήσουν, αλλά το εάν μπορούν να αλλάξουν αρκετά γρήγορα για να την αξιοποιήσουν. Και εκεί φαίνεται πως βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα. Η νέα παγκόσμια έκθεση της Deloitte για τις τάσεις στο ανθρώπινο δυναμικό το 2026 αποτυπώνει με σαφήνεια μια αντίφαση: οι ηγέτες γνωρίζουν τι πρέπει να αλλάξει, αλλά ελάχιστοι το κάνουν στην πράξη. Το 85% δηλώνει ότι η προσαρμοστικότητα είναι κρίσιμη για την επιβίωση των οργανισμών, ωστόσο μόλις το 7% έχει προχωρήσει σε ουσιαστικές πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση. Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία. Είναι ο τρόπος που οργανώνεται η εργασία γύρω από αυτήν.
Αναλυτικά, η έρευνα δείχνει ότι ενώ η AI εισέρχεται δυναμικά στις καθημερινές αποφάσεις –με το 60% των ανώτατων στελεχών να τη χρησιμοποιεί ήδη–, μόνο ένα 5% δηλώνει ότι τη διαχειρίζεται αποτελεσματικά. Αυτό αποκαλύπτει ένα κρίσιμο κενό: οι επιχειρήσεις κινούνται γρήγορα, αλλά χωρίς σαφές πλαίσιο ευθύνης, εμπιστοσύνης και ελέγχου.
Την ίδια στιγμή, η πλειονότητα των επιχειρήσεων συνεχίζει να αντιμετωπίζει την AI ως εργαλείο αποδοτικότητας και όχι ως μοχλό επανασχεδιασμού της εργασίας. Είναι ενδεικτικό ότι μόλις το 6% των ηγετών δηλώνει πρόοδο στον τρόπο που σχεδιάζονται οι αλληλεπιδράσεις ανθρώπου και μηχανής. Με απλά λόγια, οι επιχειρήσεις επενδύουν στην τεχνολογία χωρίς να αλλάζουν τον τρόπο που δουλεύουν – και εκεί χάνεται η πραγματική αξία της επένδυσής τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι συνέπειες ακουμπούν και τους εργαζομένους, οι οποίοι βιώνουν έναν καταιγισμό αλλαγών, με το ένα τρίτο να δηλώνει ότι βίωσε έως και 15 σημαντικές αλλαγές μέσα σε ένα χρόνο. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένη κόπωση, μειωμένη διαύγεια και πίεση στην καθημερινότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις το 27% των ηγετών θεωρεί ότι ο οργανισμός του διαχειρίζεται αποτελεσματικά την αλλαγή.
Η παραδοσιακή προσέγγιση της διαχείρισης της αλλαγής –μια διαδικασία με αρχή, μέση και τέλος– φαίνεται να μην επαρκεί. Η έκθεση της Deloitte εισάγει την έννοια της «ικανότητας συνεχούς αλλαγής», όπου η προσαρμογή δεν αποτελεί ξεχωριστό έργο, αλλά ενσωματώνεται στην καθημερινή εργασία, με τη βοήθεια εργαλείων όπως η AI και τη συνεχή μάθηση σε πραγματικό χρόνο.
Το μεγαλύτερο, όμως, εμπόδιο δεν είναι ούτε τεχνολογικό ούτε λειτουργικό. Είναι πολιτισμικό. Το 65% των οργανισμών – επιχειρήσεων αναγνωρίζει ότι η κουλτούρα του πρέπει να αλλάξει σημαντικά λόγω της AI, ενώ το 34% δηλώνει ότι η υπάρχουσα κουλτούρα λειτουργεί ήδη ως τροχοπέδη στον μετασχηματισμό. Κι εδώ αναδεικνύεται ένας νέος κίνδυνος: το λεγόμενο «χρέος κουλτούρας», δηλαδή οι αρνητικές συνέπειες που συσσωρεύονται όταν οι οργανισμοί παραμελούν την προσαρμογή των αξιών, της εμπιστοσύνης και της συνεργασίας.
Παράλληλα, οι ίδιες οι οργανωσιακές δομές φαίνεται να μένουν πίσω. Δομές όπως το HR, το IT ή τα οικονομικά τμήματα συνεχίζουν να λειτουργούν απομονωμένες μεταξύ τους, δυσκολεύοντας τη συνεργασία και την ευελιξία. Αν και το 66% των ανώτατων στελεχών αναγνωρίζει την ανάγκη αλλαγής αυτών των λειτουργιών, μόλις το 7% βλέπει πραγματική πρόοδο.
Πηγή: kathimerini.gr
