“Το καλό μπλε σερβίτσιο” από την Ιφιγένεια Τέκου

ΣΜΥΡΝΗ 1913. Η Μαργή, πληροφοριοδότρια των Βρετανών, αισθάνεται τα δάχτυλα του Τούρκου διώκτη της να σφίγγουν τον λαιμό της, την ανάσα της να κόβεται. Η εντεκάχρονη κόρη της Διδώ, με τα παράξενα μάτια που όλοι τα κοροϊδεύουν και τα φοβούνται, τίθεται μαζί με τον αδελφό της υπό την προστασία του λεβαντίνου Έντουαρντ, συνεργάτη της Βρετανικής Μυστικής Υπηρεσίας. Εκείνος θα αντιληφθεί την ιδιαίτερη ευφυΐα της και θα αναλάβει να της προσφέρει, μέσα στα επόμενα χρόνια, όλα τα εφόδια που θα τη μετατρέψουν σε πολύτιμη κατάσκοπο, ενώ παράλληλα προσπαθεί να κρύψει το ανόσιο αίσθημα που γεννιέται για την προστατευόμενή του.
Η μέρα της φωτιάς και της καταστροφής θα σημαδέψει για πάντα τη Διδώ. Κουβαλώντας βαριές απώλειες στις αποσκευές της, θα πάρει τον δρόμο της προσφυγιάς, δημιουργώντας μια νέα ζωή στην Ελλάδα, σε έναν τόπο που ταλανίζεται από τα δικά του προβλήματα.
Ένα πιάτο που ράγισε στο ταξίδι για τη νέα πατρίδα θα υπενθυμίζει σε όλους πως ό,τι σπάει ξανακολλάει και ό,τι καταστρέφεται μπορεί να φτιαχτεί από την αρχή.
Ένα μυθιστόρημα πλημμυρισμένο από τους ηδονικούς αναστεναγμούς της Σμύρνης πριν από την Καταστροφή, τους ψιθύρους των μυστικών υπηρεσιών που έδρασαν τότε εκεί και τον έρωτα που μπορεί να γεννηθεί από δυο μάτια διαφορετικού χρώματος.

Η κριτική μας

«Ό,τι σπάει ξανακολλάει και ό,τι  καταστρέφεται μπορεί να φτιαχτεί από την αρχή, ακόμα και ένα καλό μπλε σερβίτσιο». Αυτό το αισιόδοξο μήνυμα θέλει να μας μεταφέρει η κυρία Τέκου. Εγώ θα προσθέσω αυτό που λένε πως κάνουν οι Κινέζοι: «Ό,τι σπάει ξανακολλάει με χρυσό».

Ποια να είναι η σημασία του μηνύματος; Η ζωή ξεκινάει και πάλι, και φέρνει μαζί της ακόμα πιο όμορφα πράγματα. Ποτέ όμως δεν πρέπει να αρνούμαστε τις μνήμες του παρελθόντος. Συγχωρούμε, αλλά ποτέ δεν ξεχνάμε.

Ξέρω πως το έχω ξαναπεί, αλλά αξίζει να το αναφέρω και πάλι. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη η εξέλιξη της γραφής της κυρίας Τέκου. Κάθε φορά μας εκπλήσσει με ένα ακόμα, καλύτερο πόνημα.

Μπορεί αυτή τη φορά να δίστασε να ασχοληθεί με τα γεγονότα της Σμύρνης, αλλά αυτό το πάντρεμα πραγματικών γεγονότων και μυθοπλασίας πραγματικά απογειώνει την αφήγηση και το αποτέλεσμα αποζημιώνει τόσο τη συγγραφέα όσο και εμάς.

Εδώ δεν έχουμε πρωταγωνιστή τα ιστορικά γεγονότα, αυτά κρατούν περισσότερο τον δεύτερο ρόλο. Η λεπτομερή περιγραφή όμως των γεγονότων αλλά και της ίδιας της Σμύρνης, δίνοντας παράλληλα ολοζώντανες εικόνες, καταφέρνει και μας μεταφέρει πολύ πετυχημένα χωροχρονικά εκεί. Είναι σαν να συμβιώνουμε με τους ήρωες της ιστορίας και να αναπνέουμε τον ίδιο αέρα που αναπνέουν κι εκείνοι. Γινόμαστε κι εμείς κοινωνοί αυτής της κοσμοπολίτικης ατμόσφαιρας που είχε τότε η πόλη αυτή. Καταφέρνει έτσι να μας γεμίσει με νοσταλγία για αυτές τις χαμένες πατρίδες που έχουν ποτιστεί εδώ και χιλιάδες χρόνια με Ελληνικό αίμα και που η γη κρύβει στα σπλάχνα της ιερά κόκκαλα των προγόνων μας.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα, που έχει περισσότερο ένα γυναικείο άρωμα. Δίνεται μεγαλύτερη βαρύτητα στους γυναικείους χαρακτήρες και προβάλλει το πως βίωναν και έβλεπαν τη ζωή και τα γεγονότα από τη δική τους πλευρά.

Μπορεί η αφήγηση να είναι αρκετά συναισθηματική, δεν στερείται όμως στο ελάχιστο ρεαλισμού.

Η συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στη Σμύρνη και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη ζωή εκεί, αλλά η αφήγηση μεταφέρεται κάποια στιγμή και μετά, και στην Αθήνα, στην Αγγλία, στη Γαλλία αλλά και στη Γερμανία.

Δίνει παράλληλα ιδιαίτερη έμφαση στις ανθρώπινες σχέσεις, στον ψυχικό πόνο και τις δυσκολίες της ζωής, στον έρωτα, στην αγάπη, στη φιλία, στη αξία της οικογένειας, είτε είναι εξ αίματος ή όχι, ή εξ αγχιστείας. Εκφράζεται με πολύ αγάπη και σεβασμό για τα άτομα με ιδιαίτερες ανάγκες.

Πρόκειται για 480 σελίδες δεμένες και καλοδουλεμένες, έτσι ώστε να μη θέλει ο αναγνώστης να τις αφήσει στιγμή από τα χέρια του.

Και το τέλος αφήνει μια επίγευση πληρότητας.

της Λίτσα Κοντογιάννη

ΤΟ ΚΑΛΟ ΜΠΛΕ ΣΕΡΒΙΤΣΙΟ