Renate Reisnve in 'Backrooms' (A24)

Backrooms: Ένας διαδικτυακός αστικός θρύλος που εξελίχθηκε σε pop culture φαινόμενο και μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από την A24 υπόσχεται να σου κόψει την ανάσα.

Από ανατριχιαστικές αναρτήσεις σε διαδικτυακά φόρουμ και βίντεο ψυχολογικού τρόμου αισθητικής VHS των 90’s, από παιχνίδι και βίντεο στο Youtube, μέχρι κινηματογραφικές αίθουσες γεμάτες θεατές της Gen Z, το The Backrooms που είναι ένα δημιούργημα του Kane Parsons, κυκλοφόρησε στη μεγάλη οθόνη κουβαλώντας τεράστιες προσδοκίες.

Η ταινία καταφέρνει σχεδόν αμέσως να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Το αρρωστημένο κίτρινο των διαδρόμων, η υγρή μουχλιασμένη μοκέτα, ο συνεχής βόμβος από τα φώτα, η κάμερα στο χέρι και η αίσθηση ότι κάτι υπάρχει που δεν μπορείς να το δεις, δημιουργεί τον απόλυτο φόβο (μας τα έμαθες καλά δάσκαλε Χίτσκοκ), που σε παγιδεύει σε έναν κλειστοφοβικό εφιάλτη. Δεν είναι horror που βασίζεται στα jumpscares· υπάρχει συνέχεια, ρυθμός και απόκοσμη οπτική που σε παρασύρει σε ένα παιχνίδι του μυαλού, των αναμνήσεων των πρωταγωνιστών, των απωθημένων και των επιλογών τους.

Ο θεατής κινείται μέσα σε έναν αέναο λαβύρινθο, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, παρακολουθώντας χαρακτήρες που ψάχνουν ξανά και ξανά λύσεις, μόνο και μόνο για να επιστρέψουν στο ίδιο αδιέξοδο. Οι διάδρομοι οδηγούν στο πουθενά, οι νόμοι της λογικής μοιάζουν να καταρρέουν και η πραγματικότητα μπλέκεται διαρκώς με τη φαντασία.

Αυτό είναι άλλωστε και το στοιχείο του “liminal space” που έκανε τα Backrooms viral στο internet: χώροι οικείοι αλλά ταυτόχρονα ατέρμονοι, σαν μια ανάμνηση ξεθωριασμένη που δεν μπορεί να αποδώσει το αυθεντικό δημιούργημα παρά μια λανθασμένη απεικόνιση της αλήθειας που κάποτε γνώριζαν οι πρωταγωνιστές και δίνοντας μια μόνιμη αίσθηση ανασφάλειας.

Παρόλα αυτά, ενώ η ατμόσφαιρα λειτουργεί σχεδόν υποδειγματικά, το σενάριο δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις. Όπως συμβαίνει συχνά με ταινίες της A24, το τέλος μένει ανοιχτό, αφήνοντας τον θεατή να δώσει τη δική του ερμηνεία. Και αυτό σε κάποιους μπορεί να λειτουργεί, αλλά προσωπικά περίμενα περισσότερα.

Κάποτε ένας αγαπημένος καθηγητής στη σχολή κινηματογράφου είπε: «Τι κάνει επιτυχημένη μια ταινία; Το να μη μπορείς να τη φανταστείς διαφορετικά. Να μη μπορείς να δώσεις άλλη εξήγηση ή διαφορετικό τέλος». Και κάπου εκεί το Backrooms με έχασε.

Η ταινία χτίζει μεθοδικά έναν κόσμο ασφυκτικό, αγχωτικό και σχεδόν υπνωτιστικό. Όμως όσο περνά η ώρα, αρχίζει να μοιάζει σαν να αρνείται να ολοκληρώσει όσα η ίδια υπόσχεται. Δεν καταφέρνει να πείσει για το βάθος των χαρακτήρων της, για τα κίνητρά τους ή για το πού οδηγεί όλη αυτή η διαδρομή. Ακόμα και οι πρωταγωνιστές — ανάμεσά τους ο Chiwetel Ejiofor και η Renate Reinsve — παρά τις εξαιρετικές ερμηνείες τους, μοιάζουν συχνά περισσότερο με πιόνια μέσα στον εφιάλτη παρά με ολοκληρωμένες προσωπικότητες που κουβαλούν ουσιαστικό υπαρξιακό και συναισθηματικό βάρος.

Αν έπρεπε να προτείνω μία ανάλογη ταινία ψυχολογικού τρόμου βασισμένη σε παιχνίδι, αυτή θα ήταν το Exit 8. Η ιαπωνική ταινία του Genki Kawamura, βασισμένη στο ομώνυμο viral game, μεταφέρει εξαιρετικά την αίσθηση της επανάληψης, της παράνοιας και της ασφυξίας χωρίς να χάνει ποτέ τον έλεγχο της αφήγησής της. Πρωταγωνιστεί ο Kazunari Ninomiya, ενώ την παραγωγή υπογράφει η Toho — το στούντιο πίσω από μερικές από τις σημαντικότερες ιαπωνικές κινηματογραφικές παραγωγές.

Μπορεί με την πρώτη ματιά να μη σου δίνει ένα απολύτως ξεκάθαρο τέλος, αλλά σε μια δεύτερη ανάγνωση, τα κομμάτια ενώνονται. Δεν αφήνει κενά απλώς για να φαίνεται “κουλτούρα” ή επιτηδευμένα αινιγματική· σε οδηγεί διακριτικά στη δική της αλήθεια, επιτρέποντάς σου να τη συνθέσεις μόνος σου.

Τελικά, οι μεγάλες προσδοκίες – όπως μας τα έμαθε κι ο Charles Dickens – ελοχεύουν και ανάλογες απογοητεύσεις.

C’est la vie.

Πηγή:neolaia.gr

About Post Author

By admin