Ο Στέφανος Ληναίος πέθανε σε ηλικία 98 ετών κι ο κόσμος του θεάτρου έγινε σήμερα λίγο πιο φτωχός. Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η κοινή του πορεία με τη σύζυγό του, Έλλη Φωτίου, με την οποία συγκρότησαν ένα από τα πλέον σταθερά και δημιουργικά καλλιτεχνικά δίδυμα της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ένα βράδυ του 1957 μια 17χρονη μελαχρινή κοπέλα εμφανίζεται στο Θέατρο Μουσούρη και αναζητά έναν 28χρονο ηθοποιό που παίζει στην παράσταση. Έχει πάει να τον γνωρίσει καθώς συνδέονται με μακρινούς συγγενικούς δεσμούς. Έδωσαν τα χέρια, μίλησαν λίγο για τους κοινούς γνωστούς τους αλλά και για το θέατρο. Εκείνο το βράδυ. χωρίς καν να το γνωρίζει, έκανε το πρώτο βήμα της κοινής διαδρομής του το μακροβιότερο εγχώριο θεατρικό ζευγάρι, ο Στέφανος Ληναίος, που έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών, και η Έλλη Φωτίου, η επί 69 ολόκληρα χρόνια σύντροφός του στη σκηνή, την οθόνη και τη ζωή.
Έχοντας πορευτεί πλάι – πλάι για μια ολόκληρη ζωή στην κυριολεξία, κατάφεραν αυτό που κανένα άλλο ζευγάρι ηθοποιών δεν μπόρεσε να πετύχει σε τέτοια μεγάλη χρονική έκταση: όταν λες το όνομα του ενός να σού έρχεται πάντα, εντελώς αυθόρμητα στο μυαλό το όνομα του άλλου. Και αυτή ήταν μια κατάκτηση που δεν οφειλόταν τόσο στις καλλιτεχνικές συνεργασίες τους αλλά στην εξαιρετικά βαθιά, ουσιαστική και δυνατή σχέση που «έχτισαν» στην αληθινή ζωή. Μια σχέση ισόβια, με βαθιά θεμέλια, που κανείς και τίποτα δεν μπορούσε να κλονίσει, ένα ζευγάρι πρότυπο αγάπης, ήθους, σεβασμού και διακριτικότητας.
Όχι, δεν ήταν κεραυνοβόλος ο έρωτάς τους, όπως οι ίδιοι είχαν εξομολογηθεί. Πρώτα ήρθε η φιλία, ο σεβασμός, η εμπιστοσύνη κι έπειτα ο έρωτας, τα κοινά όνειρα, η αγάπη, ο γάμος, έξι χρόνια μετά την πρώτη τους γνωριμία, τα δύο τους παιδιά, η Μαργαρίτα και ο Αλέξης. Κι ίσως να ήταν αυτή ακριβώς η σταδιακή εξέλιξη, μαζί με τις κοινές αξίες τους βεβαίως, εκείνη που καθόρισε την μακροβιότητα του κοινού βίου τους.

Με τον Στέφανο Ληναίο συχνά σε διπλό ρόλο σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, επέλεγαν θεατρικά κείμενα ποιοτικά, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην κοινωνική – πολιτική θεματολογία. Γιατί ο Στέφανος Ληναίος και η Έλλη Φωτίου δεν ζούσαν αποκλειστικά στον μικρόκοσμο που είχαν δημιουργήσει. Αφουγκράζονταν πάντα τον παλμό και τις ανάγκες της κοινωνίας, στηρίζοντας με δυνατή φωνή τα ιδανικά της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας, επέλεξαν μάλιστα να αυτοεξοριστούν στην Ευρώπη από το 1967 μέχρι το 1970 συμμετέχοντας ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα, πρωτοστατώντας, εκείνος, στον συνδικαλισμό του κλάδου του και συμμετέχοντας στην ενεργό πολιτική ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και στην αυτοδιοίκηση ως δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων. Και βεβαίως διδάσκοντας, μεταγενέστερα, και οι δύο, πολλούς νέους καλλιτέχνες όχι μόνον τα μυστικά της τέχνης τους αλλά και του καλλιτεχνικού ήθους.
Αυτό ήταν εξάλλου και το σήμα – κατατεθέν του υπέροχου αυτού ζευγαριού το οποίο παρότι παρέμεινε στην πρώτη γραμμή, για πολλές δεκαετίες, κατάφερε και διαφύλαξε ως κόρη οφθαλμού την προσωπική του ζωή, την οικογένειά του, τα παιδιά του, τις χαρές και τις λύπες του.
Σε ηλικία 98 ετών έφυγε από τη ζωή ο Στέφανος Ληναίος, μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές του νεοελληνικού θεάτρου, με διαδρομή που εκτείνεται σε περισσότερες από επτά δεκαετίες. Άφησε την τελευταία του πνοή ήρεμα, κρατώντας το χέρι της συζύγου του, Έλλης Φωτίου, της συντρόφου της ζωής και της τέχνης του επί σχεδόν εβδομήντα χρόνια.
Γεννημένος ως Διονύσιος Μυτιληναίος, υπήρξε ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας και θεατρικός επιχειρηματίας, με παράλληλη έντονη πολιτική και κοινωνική δράση. Η πορεία του συνδέθηκε σταθερά με την καλλιτεχνική δημιουργία, τη δημόσια παρέμβαση και τη διαμόρφωση ενός θεάτρου με σαφή κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό.
Σύμφωνα με επιθυμία του ίδιου και της οικογένειάς του, η αποτέφρωση πραγματοποιήθηκε σε στενό οικογενειακό κύκλο, το πρωί της Τετάρτης 22 Απριλίου, στο Αποτεφρωτήριο Ριτσώνας.
Η κόρη του, Μαργαρίτα Μυτιληναίου, τον αποχαιρέτησε με ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γράφοντας:
«Καλό σου ταξίδι, πατέρα.
Έφυγες πλήρης και πλήρης ημερών, χαμογελαστός και γεμάτος αγάπη. Μεγάλο πράγμα.
Όλη σου τη ζωή πάλεψες για αυτό που θεωρούσες έντιμο, δίκαιο και Δημοκρατικό.
Αγώνες, αγωνίες, εξορίες, οικονομικές καταστροφές, πολιτικές απογοητεύσεις- όλα τα αντιμετώπισες. Όλα τα ξεπέρασες.
Ο δρόμος που περπάτησες είχε πολλή μοναξιά αλλά και μεγάλες νίκες.
Θέατρο, ραδιόφωνο, κείμενα σε εφημερίδες, βιβλία, συνδικαλισμός. Σε όλα άφησες το ισχυρό σου αποτύπωμα.
Για καλό κατευόδιο σου χαρίζω τον ήλιο της Άνοιξης, την ευωδιά του λουλουδιού της νεραντζιάς, τη γεύση του παγωτού καϊμάκι και τη θέα του Μεσσηνιακού κόλπου που τόσο αγαπούσες. Α, και έναν ελληνικό καφέ σαν αυτόν που έπινες κάθε απόγευμα με την μαμά.
Αυτά, πατέρα.
Καλό δρόμο…»
Γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου 1928 στη Μεσσήνη και σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο, καθώς και υποκριτική στη Σχολή Θεάτρου του Σωκράτη Καραντινού, στον Μορφωτικό Σύλλογο Αθήναιον και στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA) στο Λονδίνο.

Πρωτοεμφανίστηκε στο θέατρο το 1954 και συνεργάστηκε με το σύνολο σχεδόν των αθηναϊκών θιάσων, συμμετέχοντας σε περίπου 100 θεατρικά έργα, καθώς και σε ισάριθμες κινηματογραφικές, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές παραγωγές. Στον κινηματογράφο ξεχώρισε σε ταινίες όπως «Ο θησαυρός του μακαρίτη», «Η κόμισσα της φάμπρικας», «Μιας πεντάρας νιάτα», αλλά και σε νεότερες παραγωγές όπως «Τα παιδιά της χελιδόνας» και «Καζαντζάκης».
Καθοριστικής σημασίας υπήρξε η κοινή του πορεία με την Έλλη Φωτίου, με την οποία συγκρότησαν ένα από τα πλέον σταθερά και δημιουργικά καλλιτεχνικά δίδυμα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Γνωρίστηκαν το 1957, όταν εκείνη ήταν μόλις 17 ετών και εκείνος 28. Ήταν μακρινοί συγγενείς και η Έλλη Φωτίου είχε πάει να τον συναντήσει στο θέατρο Μουσούρη, όπου εκείνος έπαιζε.
Όχι, δεν ήταν από τους κεραυνοβόλους έρωτας, αλλά μια σχέση που ξεκίνησε φιλικά. Με τον χρόνο όμως ήρθαν πιο κοντά και η σύνδεση αυτή σταδιακά δυνάμωσε, μέχρι που το 1963 παντρεύτηκαν και δημιούργησαν τη δική τους οικογένεια. Απέκτησαν δύο παιδιά, τη Μαργαρίτα και τον Αλέξη, ενώ αργότερα στη ζωή τους προστέθηκε και ο εγγονός τους, στον οποίο είχαν μεγάλη αδυναμία.

Αν και σήμερα τους θυμόμαστε ως κινηματογραφικό ζευγάρι, η κοινή τους πορεία είχε πολύ πιο έντονη παρουσία στο θέατρο και την τηλεόραση. Στον κινηματογράφο εμφανίστηκαν μαζί μόνο σε μία ταινία, το «Μιας πεντάρας νιάτα», όμως η εικόνα τους ως καλλιτεχνικό δίδυμο εδραιώθηκε μέσα από τη συνολική τους πορεία.
Το 1972 πρωταγωνίστησαν μαζί στο τηλεοπτικό θρίλερ «Ο άνθρωπος δίχως πρόσωπο», που γνώρισε επιτυχία και οδήγησε στη συνέχειά του με τίτλο «Εφιάλτης», η οποία προβλήθηκε για δύο χρόνια. Αργότερα, το 1978, συνεργάστηκαν ξανά στην τηλεοπτική σειρά «Ετυμηγορία», η οποία διήρκεσε έως το καλοκαίρι του 1980, με ένα ευρύ καστ γνωστών ηθοποιών, μεταξύ των οποίων η Ελένη Ανουσάκη, η Μιμή Ντενίση, η Νόρα Βαλσάμη και η Ελένη Ζαφειρίου, που έκαναν κατά διαστήματα γκεστ εμφανίσεις.

Η πορεία τους, κοινή και αδιάσπαστη για δεκαετίες, καθιέρωσε τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα καλλιτεχνικά ζευγάρια της εποχής τους. Μαζί ίδρυσαν το «Σύγχρονο Ελληνικό Θέατρο» στο Θέατρο Άλφα, διαμορφώνοντας ένα ρεπερτόριο με έντονο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Στις παραστάσεις που παρουσίασαν περιλαμβάνονται έργα όπως «Καληνύχτα Μαργαρίτα», «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», «Τυχαίο ατύχημα», «Κλειδοκράτορες», «Ρόζεμπεργκ», καθώς και κλασικά έργα όπως «Οθέλος», «Μάκβεθ», «Οιδίπους τύραννος» και «Ιωάννα της Λωραίνης», αλλά και μιούζικαλ όπως «Ωραία μου κυρία» και «Η μελωδία της ευτυχίας».
Κατά την περίοδο της δικτατορίας (1967-1970) αυτοεξορίστηκε στο Λονδίνο, όπου ανέπτυξε αντιδικτατορική δράση, συμμετέχοντας σε καλλιτεχνικές και πολιτικές πρωτοβουλίες, ενώ εργάστηκε στο BBC και σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Ευρώπης. Μαζί με την Έλλη Φωτίου συμμετείχαν σε εκδηλώσεις και δράσεις σε πανεπιστήμια της Αγγλίας, αναδεικνύοντας το ζήτημα της καταπάτησης των δημοκρατικών ελευθεριών στην Ελλάδα.

Παράλληλα, ανέπτυξε συγγραφικό έργο, εκδίδοντας διηγήματα και μελέτες, ενώ αρθρογράφησε επί σειρά ετών σε εφημερίδες όπως η «Καθημερινή», «Τα Νέα», η «Ελευθεροτυπία» και το «Έθνος», όπου διατηρούσε σταθερή εβδομαδιαία στήλη για δύο δεκαετίες.
Η παρουσία του στον δημόσιο βίο υπήρξε επίσης έντονη. Διετέλεσε γενικός γραμματέας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών την περίοδο 1965-1967, υπήρξε ενεργό μέλος της Νεολαίας Λαμπράκη και συμμετείχε σε φορείς όπως η Επιτροπή Ελληνοτουρκικής Φιλίας και το Εθνικό Συμβούλιο διεκδίκησης αποζημιώσεων από τη Γερμανία. Εξελέγη βουλευτής Α΄ Αθηνών με το ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1989-1990 και διετέλεσε δημοτικός σύμβουλος Αθηναίων, ενώ ανέλαβε και καθήκοντα στον τομέα του πολιτισμού και της ραδιοτηλεόρασης. Για την προσφορά του τιμήθηκε το 2004 με το βραβείο «Αιμίλιος Βεάκης» από το Θεατρικό Μουσείο, ενώ υπήρξε και επίτιμο μέλος του Σωματείου Βρετανών Ηθοποιών.

Η Έλλη Φωτίου, με την οποία μοιράστηκε τη ζωή και την πορεία του, υπήρξε διακριτική αλλά ουσιαστική παρουσία στο θέατρο. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, συνεργάστηκε με σημαντικές προσωπικότητες, μεταξύ των οποίων και ο Μάνος Κατράκης, ενώ ξεχώρισε για την ερμηνεία της στην παράσταση «Καληνύχτα Μαργαρίτα». Συμμετείχε σε διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου, αποσπώντας διακρίσεις, μεταξύ των οποίων το Α΄ Βραβείο γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ταινία «Επιστροφή». Παρέμεινε μακριά από τη δημοσιότητα, αφιερωμένη στην τέχνη της και στην οικογένειά της.

Η κοινή τους πορεία αποτέλεσε ένα σπάνιο παράδειγμα σύμπλευσης ζωής και δημιουργίας, με επίκεντρο το θέατρο και τις αξίες που το συνοδεύουν. Το Θέατρο Άλφα, που ίδρυσαν και υπηρέτησαν επί δεκαετίες, αποτέλεσε βασικό πυλώνα της καλλιτεχνικής τους ταυτότητας. Με τη συμπλήρωση πενήντα ετών λειτουργίας του, πέρασε σε νέα φάση, με τον Τάσο Ιορδανίδη και τη Θάλεια Ματίκα να αναλαμβάνουν τη συνέχισή του, με τη στήριξη των ιδίων, εκφράζοντας την προσδοκία το θέατρο να συνεχίσει να υπηρετεί «την αγωγή της ψυχής και την άσκηση του μυαλού».
Ο Στέφανος Ληναίος αφήνει πίσω του μια διαδρομή με έντονο αποτύπωμα στον πολιτισμό και τον δημόσιο βίο, στην οποία το θέατρο υπήρξε σταθερά πεδίο δημιουργίας και παρέμβασης. Ο κόσμος του θεάτρου έγινε σήμερα λίγο πιο φτωχός, χάνοντας έναν άνρθωπο που αγάπησε και στήριξε την τέχνη του.
