του Κωνσταντίνου Δεσποτάκη
Φιλόδοξη και απαιτητική, «Η Μεγάλη Χίμαιρα» ξεκινά με μια πρεμιέρα που ξεκαθαρίζει ότι δεν ενδιαφέρεται να γίνει εύπεπτη, αλλά να αποδώσει ουσιαστικά το μυθιστόρημα του Καραγάτση.
Μερικές φορές κάποιες σειρές έρχονται στις οθόνες μας κουβαλώντας ένα μεγάλο φορτίο. Αυτό μπορεί να προέρχεται είτε από τη διαφήμιση που έχει γίνει για αυτή, είτε από τους συντελεστές που έχουν αγαπηθεί από προηγούμενες δουλειές τους, είτε από το υλικό στο οποίο έχουν βασιστεί. Μία τέτοια περίπτωση είναι και «Η Μεγάλη Χίμαιρα» της ΕΡΤ, η τηλεοπτική μεταφορά του έργου του Μ. Καραγάτση, που έχει παρουσιαστεί ως η μεγαλύτερη παραγωγή στην ιστορία της ελληνικής τηλεόρασης.
Ο πήχης, λοιπόν, είναι εξαρχής υψηλός. Η σειρά καλείται να δικαιολογήσει το χρόνο και τα χρήματα που επενδύθηκαν, αλλά κυρίως να αποδώσει την έντονη εσωτερικότητα και το ψυχικό βάθος του έργου του Καραγάτση. Στοιχεία που δύσκολα μεταφέρονται τηλεοπτικά χωρίς απώλειες.
Με την πρεμιέρα των δύο πρώτων επεισοδίων της σειράς «Η Μεγάλη Χίμαιρα» φαίνεται πως ένα πρώτο στοίχημα έχει κερδηθεί!

Ο σκηνοθέτης, Βαρδής Μαρινάκης, και ο σεναριογράφος, Παναγιώτης Ιωσηφέλης, επιλέγουν να μας συστήσουν την ηρωίδα του έργου, την Μαρίνα που υποδύεται η Ελληνοϊταλίδα Φωτεινή Πελούζο, πριν ακόμα ξεκινήσει ουσιαστικά η πλοκή της σειράς. Ο χαρακτήρας μας συστήνεται μέσα από έναν εσωτερικό μονόλογο. Μία επιλογή που θα μας συνοδεύσει σε όλη τη σειρά και θα λειτουργήσει ως “κλειδί” για την ψυχοσύνθεση της ηρωίδας. Σε αυτά τα σημεία, ακούμε αυθεντικά αποσπάσματα από το πρωτότυπο κείμενο του Καραγάτση που γράφτηκε το 1936, ενισχύοντας τη σύνδεση με το λογοτεχνικό έργο.
Τα δύο πρώτα επεισόδια της σειράς «Η Μεγάλη Χίμαιρα» τοποθετούν την Μαρίνα στην Τεργέστη της Ιταλίας μεταφέροντας την δράση από τη Γαλλία, όπου διαδραματιζόταν το μυθιστόρημα. Μία αλλαγή που σίγουρα θα συζητηθεί, αλλά ταυτόχρονα προσδίδει ένα πιο ασφυκτό κοινωνικό πλαίσιο, αναδεικνύοντας ακόμα περισσότερο το επαναστατικό και ελεύθερο πνεύμα της ηρωίδας.

Η αφήγηση δεν ακολουθεί γραμμική πορεία. Το πρώτο επεισόδιο κινείται ανάμεσα στην παιδική ηλικία της Μαρίνας, στο ταξίδι της με τον Γιάννη (Ανδρέας Κωνσταντίνου) προς τη Σύρο και τον γάμο τους, ενώ στο δεύτερο εμβαθύνει στην γνωριμία τους με πιο ποιητικές εναλλαγές χρόνου και χώρου. Στη Σύρο, η Μαρίνα θα βιώσει έναν απαγορεύμενο έρωτα και θα ζήσει μία ζωή πάθους που οδηγεί σταδιακά στην καταστροφή, ενώ τα φαντάσματα του παρελθόντος παραμένουν παρόντα.
Τα παιδικά της χρόνια έχουν υπάρξει βαθιά τραυματικά. Ο πατέρας της πέθανε όταν ήταν σε μικρή ηλικία έχοντας πάντα αμφιβολίες για το αν είναι δική του κορή και η απόμακρη μητέρα της διατηρούσε στο σπίτι τους έναν οίκο ανοχής πολυτελείας. Η Μαρίνα μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον χωρίς θαλπωρή, βρίσκοντας καταφύγιο στα γράμματα και στη μελέτη. Γίνεται μία από τις ελάχιστες γυναίκες της εποχής που αποκτούν ακαδημαϊκή καριέρα, παίρνοντας διδακτορικό στη φιλολογία και πιστεύοντας πως έτσι θα ξεφύγει από το παρελθόν της. Μετά τον θάνατο της μητέρας της, το ταξίδι προς τη Σύρο μοιάζει με μια υπόσχεση ελευθερίας, μια υπόσχεση που σύντομα θα αποδειχθεί απατηλή.
Στη νέα της ζωή, η γνωριμία με τη μητέρα του Γιάννη, Ρεΐζενα (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη), και τον αδελφό του, Μηνά (Δημήτρης Κίτσος) δημιουργεί ένα σκηνικό με υπόγειες εντάσεις, ματιές όλο νόημα και κινήσεις που εκφράζουν περισσότερα από όσα αποκαλύπτουν λεκτικά οι χαρακτήρες.

Με την τηλεοπτική μεταφορά της «Η Μεγάλη Χίμαιρα» αναδεικνύεται σε ένα ψυχογράφημα ενός διαφορετικού από τα συνηθισμένα χαρακτήρα. Μίας γυναίκας που στην αναζήτηση της ταυτότητάς της, της ελευθερίας της, της σεξουαλικής της δύναμης, αλλά και της “εκδίκησης” που θέλει να πάρει από την μητέρα της, γίνεται αυτοκατοστροφική. Η σειρά δεν προσπαθεί να την εξωραΐση. Την παρακολουθεί να παγιδεύεται στις ίδιες της τις επιλογές, να συγχέει την απελευθέρωση με την τιμωρία και την επιθυμία για εκδίκηση.
Η κάμερα του Βαρδή Μαρινάκη σε συνδυασμό με την δραματική μουσική Ted Regklis και την εντυπωσιακή φωτογραφία του Γιώργου Βαλσαμή, αποτυπώνουν αυτή την εσωτερική σύγκρουση με κινηματογραφική ακρίβεια, δίνοντάς μας εικόνες που ξεπερνούν ό,τι έχουμε συνηθίσει από άλλες ελληνικές σειρές εποχής και μεταφορές μυθιστορημάτων.

Τα δύο πρώτα επεισόδια αφήνουν ιδιαίτερα θετικές εντυπώσεις. Παρά τις ελευθερίες της τηλεοπτικής μεταφοράς, αναδεικνύεται το έργο του Μ. Καραγάτση -ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς του 20ού αιώνα- χωρίς απλοποιήσεις και στρογγυλέψεις για το ευρύ κοινό.
«Η Μεγάλη Χίμαιρα» δεν είναι μία εύπεπτη σειρά και δεν θέλει να είναι. Απαιτεί από τον τηλεθεατή χρόνο, προσήλωση και διάθεση να την αφουγκραστεί. Από την πρεμιέρα της, φαίνεται να τα αξίζει και τα τρία!
Πηγή:neolaia.gr
