Η κρίση στο Ιράν διαμορφώνει νέα δεδομένα και ισορροπίες και στο τόξο Αιγαίο – Ανατολική Μεσόγειος, καθώς η Ελλάδα και η Κύπρος ενισχύουν τις θέσεις τους. Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα ανησυχεί για την πορεία του Ιράν και για την αναβάθμιση της στρατηγικής σημασίας της περιοχής για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, ενώ παράλληλα αποκαλύπτεται ότι, παρά το «θαύμα» της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, η χώρα βρέθηκε «γυμνή» απέναντι σε πυραυλικές απειλές.
Οι μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Τουρκία λόγω του πολέμου στο Ιράν δεν σημαίνουν σε καμία περίπτωση ότι αποσπάται η προσοχή της από το Αιγαίο. Αντίθετα, αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η αναδιαμόρφωση της στρατηγικής της, ώστε να διορθώσει τις αστοχίες και τις αδυναμίες της μέχρι τώρα, κυρίως αμυντικής, πολιτικής της, οι οποίες την φέρνουν σε μειονεκτική θέση έναντι του βασικού περιφερειακού ανταγωνιστή της, του Ισραήλ.
Αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η Τουρκία να στραφεί σύντομα, έστω και παρασκηνιακά, στην προσπάθεια απόκτησης πυρηνικής αποτροπής. Παράλληλα, σε ό,τι αφορά την περιοχή μας, είναι πιθανό να επιχειρήσει να αποτρέψει ή και να ανατρέψει κινήσεις που η Άγκυρα θεωρεί «προσπάθεια επιβολής τετελεσμένων εις βάρος της».
Παρότι δεν είναι ακόμη δυνατό να προβλεφθούν η έκβαση και η διάρκεια του πολέμου στο Ιράν, η Τουρκία διαπιστώνει ότι η στάση της —η οποία δεν θυμίζει πλέον εκείνη του «επιτήδειου ουδέτερου», καθώς ο ίδιος ο πρόεδρος Ερντογάν έχει λάβει σαφή θέση εναντίον της αμερικανοϊσραηλινής επιχείρησης κατά του Ιράν— δεν αποδίδει τα αναμενόμενα. Ωστόσο, δεν αναμένεται να εγκαταλείψει τις προσπάθειες να εμφανιστεί ως «μεσολαβητής» της τελευταίας στιγμής.
Εγκλωβισμός
Τα ιδεολογικά αφηγήματα της τουρκικής ηγεσίας, και κυρίως η προβολή στο μέλλον των όρων του περιφερειακού ανταγωνισμού της με το Ισραήλ, την εγκλωβίζουν σε μια παθητική στάση αναμονής.
Για την Άγκυρα, η οποία έχει επενδύσει σημαντικά στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, η ξεκάθαρη επιλογή του Αμερικανού προέδρου να στηρίξει το Ισραήλ σε έναν πόλεμο όπως αυτός στο Ιράν συνιστά σοβαρό πλήγμα. Ακόμη περισσότερο, καθώς τα μηνύματα που εκπέμπονται δείχνουν ότι στόχος της Ουάσινγκτον είναι ο ανασχεδιασμός του γεωπολιτικού χάρτη από την Ινδία έως τον Κόλπο, το Κέρας της Αφρικής και την Ανατολική Μεσόγειο — μια περιοχή την οποία η Τουρκία θεωρεί ζωτικό πεδίο άσκησης της περιφερειακής της επιρροής.
Οι απειλές ασφαλείας για την Τουρκία δεν περιορίζονται μόνο στον τομέα της άμυνας. Η επιχείρηση εναντίον του Ιράν επανέφερε στο προσκήνιο το Κουρδικό ζήτημα, το οποίο η Άγκυρα θεωρούσε ότι, μετά τις εξελίξεις στη Συρία και την εντολή Τραμπ για επανένταξη της αυτόνομης κουρδικής οντότητας στην κεντρική κρατική δομή της χώρας, οδηγούνταν προς επίλυση. Αυτό εκτιμάτο ότι θα έκλεινε μια μακροχρόνια πληγή, παράλληλα με τη διαδικασία εσωτερικής συμφιλίωσης με το PKK.
Ωστόσο, οι Κούρδοι του Ιράν αποκτούν πλέον αναβαθμισμένο ρόλο, ιδίως εάν η εκστρατεία εναντίον της χώρας οδηγήσει σταδιακά σε αλλαγή καθεστώτος, εξέλιξη που δημιουργεί ιδιαίτερα ανησυχητικά σενάρια για την Τουρκία. Το σημαντικότερο πρόβλημα για την Άγκυρα είναι το στρατηγικό κενό που ενδέχεται να προκύψει σε περίπτωση ήττας του Ιράν. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το Ισραήλ θα απαλλαγεί από έναν βασικό στρατηγικό αντίπαλο και θα μπορεί να στρέψει το σύνολο των δυνάμεών του σε άλλες περιφερειακές προκλήσεις και ανταγωνισμούς. Επιπλέον, εάν εμφανιστούν διαλυτικές τάσεις στο Ιράν, η Τουρκία συγκαταλέγεται στις χώρες που θα επηρεαστούν άμεσα, αντιμετωπίζοντας μεγάλες και ανεξέλεγκτες προσφυγικές ροές, καθώς και φαινόμενα «εξαγόμενης» αποσταθεροποίησης.
Παράλληλα, στο νέο περιφερειακό τοπίο που ενδέχεται να διαμορφωθεί μετά τον πόλεμο, και παρά το γεγονός ότι το Παλαιστινιακό θα συνεχίσει να επηρεάζει τις πολιτικές του Ισραήλ, η Τουρκία διαπιστώνει ότι απομακρύνεται διπλωματικά. Το κύρος της φαίνεται να έχει μειωθεί, ακόμη και απέναντι σε ορισμένες ισχυρές χώρες του Κόλπου, εξαιτίας της στάσης της υπέρ του καθεστώτος της Τεχεράνης.
Σοβαρό πλήγμα
Ένα από τα σημαντικότερα πλήγματα για το κύρος και την αξιοπιστία της Τουρκίας ήταν η δυσάρεστη αποκάλυψη των αδυναμιών της στον τομέα της αντιβαλλιστικής άμυνας. Παρά το γεγονός ότι ο Ταγίπ Ερντογάν προβάλλει την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας ως ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της 23ετούς ηγεσίας του —με εντυπωσιακή αύξηση εξαγωγών κατά 125% το 2025 (σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του SIPRI)— η αδυναμία της χώρας να αναχαιτίσει τους δύο πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν έπληξε την αξιοπιστία της.
Οι δύο πύραυλοι εξουδετερώθηκαν τελικά από «νατοϊκές δυνάμεις», ενώ η Τουρκία αναγκάστηκε να ζητήσει από το ΝΑΤΟ τη μεταφορά συστοιχίας γερμανικών Patriot στη Μαλάτεια, προκειμένου να ενισχυθεί η αντιπυραυλική προστασία των νατοϊκών ραντάρ και εγκαταστάσεων. Επιπλέον, μετά την απόφαση του προέδρου Ερντογάν το 2019 να προμηθευτεί από τη Ρωσία τους S-400, η χώρα αποκλείστηκε από το πρόγραμμα των F-35. Έτσι, βρίσκεται σήμερα να διαθέτει ένα οπλικό σύστημα υψηλών δυνατοτήτων, για το οποίο έχει δαπανήσει 2,5 δισ. δολάρια, χωρίς όμως να μπορεί να το αξιοποιήσει επιχειρησιακά. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στον κίνδυνο ρήξης με την Ουάσινγκτον, αλλά και στο γεγονός ότι οι ρωσικοί S-400 δεν είναι συμβατοί με τα νατοϊκά και αμερικανικά συστήματα, γεγονός που καθιστά αδύνατη τη διαλειτουργικότητά τους.
Και αυτό το επεισόδιο αποδεικνύει την καταστροφική επιλογή του Ερντογάν, ο οποίος πιθανόν έτσι να προσπαθήσει να πείσει τους Αμερικανούς να εντάξουν και πάλι την Τουρκία στο πρόγραμμα των F-35 ή να παραχωρήσουν Patriot στη χώρα, αν και αυτό θα επιβάλει την επίσης ταπεινωτική για τον ίδιο οριστική απόσυρση των S-400. Η εξέλιξη αυτή πάντως είναι δεδομένο ότι θα υποχρεώσει την Τουρκία να διαθέσει σημαντικούς πόρους για την ανάπτυξη και ολοκλήρωση των δικών της συστημάτων που θα συγκροτήσουν τον «Σιδερένιο Θόλο» που έχει εξαγγείλει ο Ερντογάν.
Για την Τουρκία ανοίγει και το μέτωπο της Ανατολικής Μεσογείου. Οι εξελίξεις στο Ιράν ανέδειξαν τη στρατηγική σημασία της περιοχής, από την οποία η Τουρκία είναι «αποκλεισμένη», ενώ η αναβάθμιση της Κύπρου, κυρίως στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό, που είχε ξεκινήσει εδώ και καιρό, επιβεβαιώθηκε με αφορμή την απειλή που υπήρξε για το νησί από τις δυνάμεις της Χεζμπολάχ.
Μετά από ένα διάστημα έντονων διπλωματικών διαμαρτυριών της Τουρκίας για τις αμυντικές συμφωνίες της Κυπριακής Δημοκρατίας με τις ΗΠΑ αλλά και τη Γαλλία, είδε, με θρυαλλίδα τον πόλεμο στο Ιράν, οι συμφωνίες αυτές να παίρνουν σάρκα και οστά και συγχρόνως να ανοίγει ο δρόμος για μια ιστορική στιγμή. Η Ελλάδα, με πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη και συντονισμό του ΥΕΘΑ Νίκου Δένδια, επαναφέρει με πρόσκληση της Κυπριακής Δημοκρατίας ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο, με χρονικό ορίζοντα που συνδέεται γενικά με την ύπαρξη απειλής στο νησί, για πρώτη φορά μετά την καταστροφική απόφαση αποχώρησης της ελληνικής μεραρχίας πριν από 58 χρόνια.
Αλληλεγγύη
Η κινητοποίηση ευρωπαϊκών χωρών, μετά το ελληνικό παράδειγμα, με πρώτη τη Γαλλία, στέλνει το μήνυμα στην Αγκυρα ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη δεν εξαρτάται πλέον από τις γραφειοκρατικές διαδικασίες ή τις παρεμβάσεις τουρκόφιλων κρατών-μελών της Ε.Ε., αλλά μπορεί να επιτευχθεί και υπό τη μορφή της «συμμαχίας των προθύμων», όπου, εκτός της Ελλάδας, η παρουσία της Γαλλίας είναι καθοριστική.
Στην Αθήνα η πρώτη αποτίμηση από ανώτερη διπλωματική πηγή για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα για τη χώρα μας μετά και τους χειρισμούς της κυβέρνησης σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία είναι θετική.
Η Ελλάδα έκανε «παράσταση ισχύος» στην περιοχή, δείχνοντας την αξιοπιστία της ως συμμάχου και ως παράγοντα ασφάλειας στην περιοχή, κερδίζοντας συγχρόνως νέους φίλους, όπως διαπιστώθηκε από τις τηλεφωνικές και άλλες επαφές που είχαν με ηγέτες και υπουργούς Εξωτερικών πολλών χωρών της περιοχής ο κ. Μητσοτάκης και ο Γιώργος Γεραπετρίτης.
Σε αντίθεση με την Τουρκία, που επιχείρησε «να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα», η Ελλάδα τοποθετήθηκε καθαρά από την αρχή της κρίσης με αποφασιστικές κινήσεις σε ό,τι αφορά την απόφαση για αποστολή δυνάμεων στην Κύπρο, την αμυντική αναδιάταξη της χώρας, αλλά και τη συνδρομή προς τη Βουλγαρία. Η Ελλάδα δήλωσε παρούσα στην Ανατολική Μεσόγειο και μάλιστα έδειξε την ετοιμότητά της με την άμεση αποστολή δυνάμεων στην Κύπρο, ενώ η τοποθέτηση Patriot στην Κάρπαθο, των F-16 στη Λήμνο και της άλλης συστοιχίας Patriot στη Θράκη, πέραν της σημασίας για την άμυνα της χώρας και την παροχή ασφάλειας και στη Βουλγαρία, ενισχύει και τις θέσεις της έναντι των διεκδικήσεων της Τουρκίας για αποστρατιωτικοποίηση και αφοπλισμό των νησιών.
Διότι είναι προφανές ότι η Τουρκία, πέραν μιας ανακοίνωσης που εξέδωσε, αποφεύγει να κλιμακώσει τις αντιδράσεις, καθώς αυτό θα την έφερνε σε ευθεία αντιπαράθεση τόσο με τους συμμάχους όσο και με τους Αμερικανούς. Ετσι βεβαίως ισχυροποιείται το πάγιο ελληνικό επιχείρημα ότι η άμυνα της Ελλάδας είναι αδιαίρετη και αυτό αφορά τόσο το ΝΑΤΟ όσο και την Ε.Ε. Αποδεικνύεται πλέον ότι η λήψη μέτρων άμυνας και στα νησιά ανταποκρίνεται πλήρως στις προβλέψεις του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ για νόμιμη αυτοάμυνα, του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ για τη συνδρομή σε σύμμαχο χώρα που αντιμετωπίζει απειλή, αλλά και του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας με τη ρήτρα περί αμοιβαίας συνδρομής.
Χαμηλοί τόνοι
Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συνομιλία που είχε ο κ. Γεραπετρίτης με τον Τούρκο ομόλογό του, ο Χακάν Φιντάν απέφυγε οποιαδήποτε αναφορά στο ζήτημα αυτό, κατανοώντας ότι το κλίμα και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν αφήνουν περιθώρια στην Τουρκία να σηκώσει επισήμως «σκόνη» για το θέμα της Καρπάθου και της Λήμνου. Και αρκείται στις δηλώσεις του εκπροσώπου Τύπου του τουρκικού ΥΕΘΑ και στα εμπρηστικά δημοσιεύματα των τουρκικών ΜΜΕ.

Τους τελευταίους μήνες η Τουρκία βλέπει να δημιουργούνται τετελεσμένα τόσο με την αδειοδότηση των οικοπέδων νοτίως της Κρήτης στη Chevron, που ακυρώνουν το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο στην πλευρά της Λιβύης, όσο και με την ανάδειξη της Αλεξανδρούπολης και της Βόρειας Ελλάδας σε έναν σημαντικό κόμβο για τη μεταφορά αμερικανικού LNG προς την Ανατολική Ευρώπη. Παράλληλα, προωθείται ο σχεδιασμός νέων διαδρόμων Ανατολής – Δύσης, όπως ο IMEC, οι οποίες την παρακάμπτουν.
Η Αθήνα παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της Αγκυρας, καθώς διπλωματικές πηγές δεν αποκλείουν να αναζητήσει τρόπο να αντιδράσει, ώστε να δείξει και εμπράκτως ότι δεν αποδέχεται «τετελεσμένα». Την περασμένη εβδομάδα τουρκικό πολεμικό προέβη σε παρενόχληση μέσω ασυρμάτου (hailing) στο πλοίο «Ocean Connector», που πραγματοποιούσε εργασίες πόντισης καλωδίων στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Αμοργού και Αστυπάλαιας.
Το πλοίο συνέχισε τις εργασίες του, αλλά η Τουρκία θέλησε να καταγράψει επί του πεδίου τη θέση της, ότι μέχρι το μέσο του Αιγαίου η αρμοδιότητα έκδοσης NAVTEX ανήκει στις τουρκικές αρχές και ότι η περιοχή αφορά μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα, εγείροντας έτσι αξιώσεις επί της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Το επόμενο διάστημα έχει προγραμματιστεί μια σειρά εργασιών, είτε ερευνητικών είτε τοποθέτησης καλωδίων τηλεπικοινωνιών, αλλά και ηλεκτρικής ενέργειας για τη διασύνδεση ελληνικών νησιών. Η Αθήνα εξετάζει όλα τα σενάρια σε περίπτωση που η Τουρκία επιχειρήσει, ειδικά στο Βόρειο Αιγαίο όπου οι αποστάσεις μεταξύ των νησιών είναι μεγάλες και οι εργασίες θα γίνουν και σε διεθνή ύδατα, μια πιο δυναμική παρέμβαση.
Πηγή:dimosio.gr
