του Κωνσταντίνου Παυλικιάνη
Το «Everybody’s Got To Learn Sometime» περιλαμβάνεται στον δίσκο «Dumb Waiters», που κυκλοφόρησε το 1980.
Το βρετανικό συγκρότημα των Korgis σχηματίστηκε το 1978, από τον James Warren στη φωνή και στο μπάσο και τον Andrew Cresswell-Davies (γνωστό και ως Andy Davis) στην κιθάρα και στα πλήκτρα, από τις στάχτες του progressive συγκροτήματος Stackridge (1968-1976). Οι Korgis έγιναν για πρώτη φορά γνωστοί με την μπαλάντα «If I Had You», η οποία έφτασε στο No 13 του Ηνωμένου Βασιλείου τον Απρίλιο του 1979.
Το «Dumb Waiters» ήταν το δεύτερο άλμπουμ των Korgis και μία από τις πιο χαρακτηριστικές κυκλοφορίες στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1980, εγκαινιάζοντας την εποχή του Νεορομαντισμού.
Το «Everybody’s Got To Learn Sometime» είναι ένα synthpop/soft rock τραγούδι που έγραψε ο James Warren και είναι αξιοσημείωτο για τους απλούς, λιτούς, στίχους του που όμως περιέχουν ένα άμεσο μήνυμα. Δείχνει πόσο όμορφα πράγματα μπορούν να συμβούν γύρω και μέσα μας, αν αλλάξουμε λίγο τον τρόπο που σκεφτόμαστε.
Ο τραγουδιστής και μπασίστας James αφηγήθηκε πώς προέκυψε το τραγούδι, από τις πρώτες συγχορδίες και τους εντυπωσιακούς εναρκτήριους στίχους, και πώς το τραγούδι μεταφέρθηκε στο επόμενο επίπεδο από μια μεγάλη παραγωγή. Είναι άλλη μια από εκείνες τις περίεργες στιγμές έμπνευσης που κάνουν τη σύνθεση τραγουδιών τόσο μυστηριώδη και τη δημιουργία μιας τεράστιας εμπορικής επιτυχίας τόσο απρόβλεπτη. Ο Warren είπε ότι το τραγούδι χρειάστηκε περίπου 10-15 λεπτά για να γραφτεί, αφού τραγούδησε το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό ενώ έπαιζε και τις συγχορδίες και τη μελωδία στο πιάνο. Αν και ήταν κιθαρίστας, ο Warren είχε ένα πιάνο στο διαμέρισμά του στο Bath, Somerset, το οποίο χρησιμοποιούσε για ιδέες σε τραγούδια. Με το «Everybody’s Got To Learn Sometime» στόχευε να γράψει μία αργή και βαριά μπαλάντα που θα άρεσε στους ραδιοφωνικούς σταθμούς των Η.Π.Α.
James Warren: Είχαμε ένα single στο Top 20 του Ηνωμένου Βασιλείου με το «If I Had You» και ηχογραφούσαμε το δεύτερο άλμπουμ μας με τους Korgis, το «Dumb Waiters». Έμενα τότε στο Bath και είχα στο διαμέρισμά μου ένα πιάνο που δεν μπορούσα πραγματικά να παίξω -είμαι κιθαρίστας και μπασίστας. Αλλά ανεξάρτητα από αυτό πάλευα με τα πλήκτρα κάθε μέρα προσπαθώντας να βρω ενδιαφέρουσες ακολουθίες συγχορδιών. Κάθε μέρα προσπαθούσα να σκεφτώ μια ιδέα για τραγούδι. Δεν μπορούσα πραγματικά να παίξω πιάνο, μπορούσα να βρω μια νότα και να υπήρχαν συγκεκριμένα σχήματα συγχορδιών που μου άρεσαν -ήξερα ποια ήταν από το παίξιμό μου στην κιθάρα. Έπαιζα με την ιδέα ότι θα ήταν υπέροχο αν μπορούσα απλά να εμπνευστώ μία διατλαντική rock μπαλάντα, κάτι που θα άρεσε στις Η.ΠΑ., στους Αμερικανούς αλλά και στους Άγγλους ακροατές. Ουσιαστικά, προσπαθούσα να γράψω μία rock μπαλάντα που πίστευα ότι θα μας έκανε να ακουστούμε στο ραδιόφωνο στις Η.Π.Α., καθώς ήμουν πεπεισμένος ότι οι Korgis θα μπορούσαν να έχουν μέλλον εκεί. Έτσι, λοιπόν, μία Κυριακή πρωί, πήγα στο πιάνο και άρχισα να παίζω την εισαγωγή, αυτή τη μία συγχορδία, η οποία είναι Ντο δίεση μινόρε εβδόμης. Αμέσως άρχισα να τραγουδάω «Change your heart…» και σκέφτηκα ότι ακουγόταν καλό. Αυτό ενέπνευσε τη φράση του ρεφρέν: «Everybody’s got to learn sometime». Και όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα, αβίαστα. Σίγουρα ψαχνόμουν για ενδιαφέρουσες, περίπλοκες, jazz συγχορδίες πιάνου, όπως μινόρε ενάτης και αιωρούμενες ενδεκάτης. Ήξερα τι ήταν, αλλά δεν ήμουν πιανίστας με κανέναν τρόπο. Γράφτηκε όλο στο πιάνο και οι μελωδίες βγήκαν ταυτόχρονα με τις συγχορδίες -τραγούδησα κυριολεκτικά το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό. Νομίζω ότι ακόμη και οι λέξεις βγήκαν ταυτόχρονα. Ολόκληρη η μελωδία γράφτηκε σε περίπου 10-15 λεπτά. Ξεκίνησα κατευθείαν να γράφω τους στίχους. Ήταν κάτι πολύ γρήγορο. Ήταν μια από εκείνες τις μαγικές στιγμές που το τραγούδι γράφεται μόνο του. Υποθέτω ότι πρέπει να έχεις κατά νου ότι χρειάστηκε πάρα πολλή δουλειά στο παρασκήνιο για να βγει αυτό το τραγούδι. Για χρόνια ήταν μια καθημερινή ρουτίνα -πίεζα τον εαυτό μου να γράφω τραγούδια. Πάντα ασχολούμουν με το γράψιμο τραγουδιών, αλλά τότε, αφού είχαμε την επιτυχία του «If I Had You», σκέφτηκα ότι «ναι, σίγουρα είναι αυτό που θέλω να κάνω, θέλω να συνεχίσω να γράφω περισσότερο και να προσπαθήσω να γράψω κάτι άλλο που θα παιχτεί στο ραδιόφωνο». Αυτό ήταν σίγουρα κάτι που συνέβη με το «Everybody’s Got To Learn Sometime». Με εκείνη την εισαγωγική ακολουθία συγχορδιών σκέφτηκα «ναι, μπορώ να το ακούσω στο ραδιόφωνο». Ήξερα ότι έπρεπε να προσπαθήσω να το κάνω όσο το δυνατόν πιο περιεκτικό και εμπορικό. Εκείνη την εποχή, με ενδιέφεραν οι φιλοσοφίες του νέου κύματος σχετικά με την αυτοβελτίωση, τον διαλογισμό και τέτοια πράγματα. Όλος ο στίχος προέρχεται από αυτό. Με ενδιέφερε πολύ η βουδιστική φιλοσοφία. Επίσης, υπήρχε ένας συγκεκριμένος Ινδός πνευματικός δάσκαλος που ονομαζόταν Κρισναμούρτι. Είχε την πολύ προσωπική του φιλοσοφία, αλλά ουσιαστικά ήταν μια βουδιστική προσέγγιση στη ζωή. Διάβαζα συνεχώς τα βιβλία του εκείνη την εποχή. Έτσι, οι στίχοι αυτού του τραγουδιού ήταν στην πραγματικότητα ένας τύπος δικής του ιδέας που είχα αφομοιώσει: το θέμα της ριζικής αλλαγής του τρόπου που βλέπουμε τη ζωή και του τρόπου που βλέπουμε τους άλλους ανθρώπους. Άλλαξε την καρδιά σου και δες τον κόσμο με εντελώς νέα ματιά, όχι με τη ματιά της δικής μας κοινωνικής κατάστασης. Ξέφυγε από την κοινωνική σου κατάσταση και κοίταξε τον κόσμο σαν να τον κοιτάς για πρώτη φορά χωρίς προκαταλήψεις. Όλα αυτά. Κι όσο πιο απλά μπορούσα, έκανα αυτόν τον στίχο του τραγουδιού. Δεν ήταν καθόλου ρομαντικό τραγούδι. Για μένα, αφορούσε την αλλαγή ενός ατόμου σε ένα διαφορετικό είδος προσώπου -την προσπάθεια να βρει τη ρίζα της εσωτερικής του σύγχυσης, να την αντιμετωπίσει και να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Οπότε ήταν κυριολεκτικά ένας φιλοσοφικός στίχος. Ήταν ένα από αυτά τα ασυνήθιστα, μαγικά πράγματα που φαινόταν να έχουν τη δική τους ζωή. Απλώς φαινόταν να λειτουργεί. Δεν είναι κάτι που επαναλαμβάνεται. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα ποτέ να γράψω το «Everybody’s Got To Learn Sometime, Part II». Είναι απλώς ένα από αυτά τα πράγματα που συμβαίνουν μόνο μία φορά. Αλλά αρχικά δεν ήμουν σίγουρος τι αίσθηση έπρεπε να έχει το ρεφρέν. Ο drummer και κιθαρίστας μας, Andy Davis, ήταν αυτός που πρότεινε να διατηρήσουμε το ρεφρέν σε ελάσσονα κλίμακα όπως το κουπλέ. Τότε το τραγούδι, αν και απλό, έμοιαζε ικανοποιητικά ολοκληρωμένο.
Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1980, με παραγωγούς τους Korgis και τον David Lord, και περιέχει ως κύριο ήχο μία ξεχωριστή γραμμή synthesizer, βασισμένη σε μία εξέχουσα ενορχήστρωση πλήκτρων που έπαιξε ο Phil Harrison. Το ιδιαίτερο όργανο που παίζεται από τον James Warren μετά από κάθε ρεφρέν είναι ένα 18χορδο κινέζικο γκουζένγκ, το οποίο μοιάζει με σαντούρι. Το τραγούδι περιλαμβάνει, επίσης, ένα σύντομο μέρος με βιολί στη μέση καθώς και λίγο πιτσικάτο μετά από κάθε ρεφρέν. Αναλυτικά, στην ηχογράφηση έπαιξαν οι: James Warren (βασική φωνή, μπάσο, guzheng), Stuart Gordon (ηλεκτρική κιθάρα, βιολί), Andy Davis (drums, κουδουνάκια) και Phil Harrison (keyboards).
James Warren: Ο David Lord έπαιξε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στην παραγωγή. Το μουσικό όραμα που είχα στο μυαλό μου ήταν το demo του Paul McCartney για το «The Long And Winding Road» όπου ήταν απλώς μία σόλο φωνή, πιάνο, μπάσο και drums. Έτσι κάναμε το αρχικό μας demo στο στούντιο, μόνο εγώ στο πιάνο, ο Andy Davis στα drums, νομίζω ότι ηχογράφησα από πάνω ένα μπάσο, κάποιος άλλος έπαιξε λίγη ρυθμική κιθάρα και αυτό ήταν όλο. Νόμιζα ότι έτσι θα ήταν το τραγούδι. Το στείλαμε στους manager μας, τον Nick και τον Tim Health στη Rialto Records, και ζήτησαν από τον David να του δώσει τη σωστή του μορφή. Νομίζω ότι αν είχαμε μείνει σ’ αυτό, θα είχαμε καταλήξει με ένα απλά ευχάριστο κομμάτι για το άλμπουμ, αλλά το οφείλουμε στον παραγωγό μας, David Lord, που είδε τις δυνατότητες του τραγουδιού. Ο David πρόσθεσε την εξαιρετική ενορχήστρωση και τα έγχορδα και λειτούργησε. Ήταν λοιπόν ένας συνδυασμός ότι πίστευε πως ήταν ξεχωριστό αλλά και του ότι άκουσε τη δισκογραφική εταιρεία στο Λονδίνο πως έπρεπε να δουλέψει πάνω στο τραγούδι. Το τελικό αποτέλεσμα ακουγόταν πανέμορφο και αρχίσαμε πραγματικά να νιώθουμε ότι είχαμε δημιουργήσει κάτι ξεχωριστό όταν πέρασαν φίλοι μας από το στούντιο για να ακούσουν και έμειναν έκπληκτοι από αυτή την παράξενη και εντελώς μοναδική δημιουργία. Ξέραμε τότε ότι αν υπήρχε ποτέ μία pop ηχογράφηση φιλική προς το ραδιόφωνο, ήταν αυτή!
David Lord: Είχαμε τελειώσει το άλμπουμ μας «Dumb Waiters», αλλά νιώσαμε ότι ήταν λίγο σύντομο και χρειαζόμασταν άλλο ένα κομμάτι. Ο James κάθισε στο πιάνο και είπε:
– Λοιπόν, έχω αυτό το τραγούδι.
Έπαιξε ένα κουπλέ σε μελαγχολική ελάσσονα κλίμακα αλλά όταν πήγε στο ρεφρέν, άλλαξε σε μείζονα, γεγονός που του έδωσε μια πιο ανεβαστική διάθεση, έναν ήχο που θύμιζε μάλλον Beatles. Ο Andy πρότεινε μερικές αλλαγές στις συγχορδίες για να το κρατήσει στην ίδια ελάσσονα ατμόσφαιρα του κουπλέ. Ο James είχε γράψει κι ένα δεύτερο κουπλέ, αλλά σε κανέναν, συμπεριλαμβανομένης της δισκογραφικής εταιρείας, δεν άρεσε. Υποθέτω ότι η δισκογραφική εταιρεία σκέφτηκε ότι για να γίνει επιτυχία, χρειαζόταν και δεύτερο κουπλέ. Μας πίεσαν πολύ να σκεφτούμε ένα. Όταν γράψαμε ένα καινούργιο, ούτε αυτό τους άρεσε, οπότε επιστρέψαμε στο πρώτο. Οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούν ότι είναι οι ίδιοι στίχοι που επαναλαμβάνονται στα δύο κουπλέ. Και μετά ο Stuart Gordon πρόσθεσε το λαμπρό σόλο βιολιού στη μέση, το οποίο έγινε με μία μόνο λήψη. Ήμασταν τυχεροί επειδή ο Peter Gabriel, με τον οποίο συνεργαζόμουν, μας δάνεισε καινούργια όργανα, καθώς ο ξάδερφός του είχε γίνει ο Άγγλος διανομέας για το επαναστατικό -και ακριβό- computer sampler keyboard Fairlight. Πιστεύω ότι εκείνη την εποχή κόστιζε περισσότερο από ένα μέσο βρετανικό σπίτι! Η ιαπωνικού ήχου μελωδία ανάμεσα στα κουπλέ παίχτηκε από ένα sample από guzheng στο επίσης πολύ νέο keyboard Synclavier. Αν έπαιζες γρήγορα ένα πλήκτρο, έβγαζε έναν λίγο τραβηγμένο ήχο εγχόρδου, αλλά αν έπαιζες μία μακρύτερη νότα το sample είχε μία κάμψη. Έτσι έγινε αυτός ο χαρακτηριστικός ανατολίτικος ήχος ανάμεσα στα κουπλέ. Μόνο τέσσερις σύντομες νότες και μία μακριά με καμπύλη.

Το «Everybody’s Got To Learn Sometime» κυκλοφόρησε σε single στις 11 Απριλίου 1980.
Η βρετανική μουσική εφημερίδα Record Mirror σχολίασε: «απαλή μουσική για απαλά μυαλά, αλλά μην σας ανησυχεί αυτό, καθώς είναι επιτυχία. Κατάλληλο για ακρόαση στις αρχές του καλοκαιριού». Η εφημερίδα The Kilmarnock Standard σημείωσε ότι οι Korgis ακολούθησαν την επιτυχία «If I Had You» με «μια άλλη γλυκιά μελωδία που τείνει να μείνει κοντά σου… σαν aftershave. Ο δυνατός τίτλος πρέπει να το πάει στα charts και να αποφέρει μερικά επιπλέον κέρδη στους δύο άνδρες των πρώην Stackridge».
Το τραγούδι έφτασε στο No 5 του Ηνωμένου Βασιλείου και στο No 18 των Η.Π.Α. (η μόνη επιτυχία των Korgis στις Η.Π.Α.), ενώ έγινε No 1 στη Γαλλία και την Ισπανία, No 5 στην Ιρλανδία, No 6 στην Ελβετία, No 11 στην Αυστραλία και στην Ολλανδία, No 12 στη Νέα Ζηλανδία, No 14 στο Βέλγιο, No 48 στη Γερμανία και No 133 στη Γαλλία.
James Warren: Μείναμε έκπληκτοι όταν είδαμε το κομμάτι να φτάνει στο No 18 των Η.Π.Α., στο No 5 του Ηνωμένου Βασιλείου και No 1 στη Γαλλία και την Ισπανία. Νομίζω ότι ο κόσμος το βλέπει ως ένα ρομαντικό, ερωτικό τραγούδι, κάτι που είναι μια απόλυτα αποδεκτή ερμηνεία. Αλλά για μένα, ήταν μια απόπειρα για μία φιλοσοφική δήλωση Ζεν, εμπνευσμένη από τη βουδιστική πρακτική διαλογισμού που ακολουθούσα εκείνη την εποχή.
Ήταν η κορύφωση της επιτυχίας των Korgis, αν και ο James Warren κράτησε ενεργό το συγκρότημα για κάποια χρόνια, αλλάζοντας συνέχεια μέλη. Το 1989, τα αρχικά μέλη James Warren και Andy Davis ένωσαν ξανά τους Korgis, αφού τους προσέγγισε το International Hostage Release Foundation με έδρα το Bristol, το οποίο συγκέντρωνε καλλιτέχνες για την ηχογράφηση ενός φιλανθρωπικού άλμπουμ. Καθώς δεν είχαν τα δικαιώματα της αρχικής ηχογράφησης του 1980, το δίδυμο ηχογράφησε μία νέα εκτέλεση του «Everybody’s Got To Learn Sometime». Αρχικά επρόκειτο να κυκλοφορήσει σε single τον Νοέμβριο του 1989, αλλά η κυκλοφορία του αναβλήθηκε μέχρι τις 13 Αυγούστου 1990. Η εκτέλεση αυτή συμπεριλήφθηκε στο φιλανθρωπικό άλμπουμ του ιδρύματος, «Everybody’s Got To Learn Sometime» (1991), στο άλμπουμ των Korgis «This World’s For Everyone» (1992) και στη συλλογή «Kollection» (2005).
Το 1993, οι Korgis συνεργάστηκαν με τους DNA, ένα ντουέτο παραγωγής ηλεκτρονικής μουσικής, σε μια νέα εκτέλεση του τραγουδιού. Το συγκρότημα ήθελε να δώσει στο τραγούδι ένα άρωμα της δεκαετίας του 1990 αφού άκουσε μία σειρά από φρικτές rave διασκευές. Οι Korgis προσέγγισαν τους DNA για να δουλέψουν πάνω στο κομμάτι μετά από μία τυχαία συνάντηση μαζί τους σε ένα στούντιο στο Bath. Η εκτέλεση αυτή κυκλοφόρησε σε single στις 14 Ιουνίου 1993 και έφτασε στο No 78 του Ηνωμένου Βασιλείου.
Μια εναλλακτική εκδοχή του «Everybody’s Got To Learn Sometime», με διαφορετικό το δεύτερο κουπλέ, συμπεριλήφθηκε ως bonus track στην επανέκδοση του άλμπουμ «Dumb Waiters» το 1999. Αυτή η εναλλακτική εκδοχή εμφανίζεται επίσης στις συλλογές «Klassics – The Best Of The Korgis» (2001) και «Don’t Look Back – The Very Best Of The Korgis» (2003), η τελευταία εκ των οποίων περιλαμβάνει και μία up-tempo εκδοχή καθώς και την πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού, ανεβάζοντας τον αριθμό των παραλλαγών του τραγουδιού στην εν λόγω συλλογή σε τρεις.
Η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού συμπεριλήφθηκε επίσης στις ακόλουθες συλλογές: «The Best Of The Korgis» (1983), «Archive Series» (1997) και «Greatest Hits» (2001).
Μία ζωντανή ακουστική εκτέλεση περιλαμβάνεται στο άλμπουμ «Unplugged» (2006).
Όταν το 2007 ο Warren και ο Davis επανένωσαν το πρώτο τους συγκρότημα, τους Stackridge, ενσωμάτωσαν το «Everybody’s Got To Learn Sometime» στις συναυλίες τους, με τον Warren να το παρουσιάζει ως τραγούδι που έγραψε για τους Korgis. Ζωντανή ηχογράφηση του τραγουδιού από τους Stackridge περιλαμβάνεται στο άλμπουμ «Forbidden City» (2008).
Το 2019, ο Matt Owens, πρώην μπασίστας των Noah And The Whale, συναντήθηκε με τον Warren και του πρότεινε να συνεργαστούν σε μία νέα ηχογράφηση του τραγουδιού. Έτσι ηχογράφησαν μία ακουστική και απλοποιημένη έκδοση, η οποία περιέχει ένα αποκατεστημένο δεύτερο κουπλέ που είχε παραλειφθεί από την αρχική ηχογράφηση. Αυτή η χαλαρή και λιτή εκδοχή, που αναμετράται με τη διαχρονική γοητεία της μεγάλης επιτυχίας των Korgis, κυκλοφόρησε σε ψηφιακό single το 2025.
Mark Thompson (πρώην CEO της Funky Junk Ltd, συνέντευξη στο Αναλογόραμα): Ένας πρώην πελάτης μου -όταν ήμουν manager για παραγωγούς δίσκων- που ονομάζεται David Lord έκανε το πρώτο του hit με ένα Tascam οκτώ καναλιών και ένα μικρό μίκτη Raindirk 10-2. Το μόνο εφέ που χρησιμοποίησε ήταν ένα πετάλι της Roland. Και το τραγούδι; «Everybody’s Got To Learn Sometime» των The Korgis. Ο δίσκος ακόμα πουλάει. Φυσικά, ο David είναι πανέξυπνος, αλλά κυρίως είναι αυτοδίδακτος ηχολήπτης. Αυτό δείχνει ότι τα βασικά συστατικά θα είναι πάντα το τραγούδι, η εκτέλεση και τα αυτιά του ηχολήπτη.
Το «Everybody’s Got To Learn Sometime» ακούγεται στις ταινίες «Η Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού» (Eternal Sunshine Of The Spotless Mind, 2004, από τον Beck), «Alles Is Liefde» (2007, από τους Krezip), «Πεθαίνω Στα Γέλια» (LOL, 2008, από τον Jean-Philippe Verdin), «LOL-Το Στάτους Του Έρωτα» (LOL, 2012, από τον Jean-Philippe Verdin), «Δεύτερη Ευκαιρία» (Bis, 2015, από τους Korgis), «Le Sens De La Famille» (2020), «Το Συνδικάτο» (The Enforcer, 2022) και «Marty Supreme» (2025, από τους Korgis). Επίσης, χρησιμοποιήθηκε σε διαφήμιση της Huawei (2016) και της Lacta (2020, στην εκτέλεση του ολλανδικού συγκροτήματος Krezip).
Το βιβλίο του Joel Whitburn «Top Pop Singles 1955-2002» περιλαμβάνει αναφορά στο τραγούδι.
Το 2012, σε μία έρευνα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Daily Telegraph, το «Everybody’s Got To Learn Sometime» συμπεριλήφθηκε στα 20 πιο λυπητερά τραγούδια της σύγχρονης μουσικής. Το e-radio το συμπεριέλαβε στα 10 τραγούδια που θα σου θυμίσουν πόσο σημαντική είναι η ζωή.
Το τραγούδι έχει διασκευαστεί από πολλούς καλλιτέχνες.
Άλλες εκτελέσεις:
- Caravelli (1980, στον δίσκο «Il Jouait Du Piano Debout»).
- The Dream Academy (1987, στον δίσκο «Remembrance Days»).
- Brian Davis (1991, σε single).
- N.R.G. (1992, ως sample στο «I Need Your Love» και στο «The Real Hardcore»).
- East Side Beat (1993, στο άλμπουμ «East Side Beat»).
- Infectious (1993, ως sample στο «I Need Your Lovin’»).
- Yazz (1994, στο άλμπουμ «One On One». Έφτασε στο No 56 του Ηνωμένου Βασιλείου).
- Baby D (Μάιος 1995, επιτυχημένη χορευτική pop εκτέλεση σε single με τίτλο «I Need Your Loving» και αργότερα στο μοναδικό τους άλμπουμ «Deliverance»). Το Melody Maker επαίνεσε τη «φασματική αγιοσύνη» του τραγουδιού. Το περιοδικό Music & Media έγραψε: «Μια γυναικεία φωνή στην εισαγωγή είναι η πρώτη παραλλαγή της επιτυχίας των Korgis του 1980 και στη συνέχεια χρησιμοποιούνται τεχνικές dub και ηλεκτρονικά κρουστά για να την οδηγήσουν στο μεγάλο jungle φινάλε». Το Music Week το περιέγραψε ως «jungle pop που είναι στον σωστό δρόμο με αυτή την ανανεωμένη εκτέλεση», επισημαίνοντας ότι «μία εντυπωσιακή και μελωδική φωνή συμπληρώνει τον ρυθμό jungle». Το Muzik θεώρησε την εκτέλεση αυτή «jungle-lite». Το Record Mirror αποκάλεσε το τραγούδι «άλλο ένα πιασάρικο pop χορευτικό κομμάτι που δανείζεται στοιχεία από το παρελθόν». Επίσης, το χαρακτήρισε ως σίγουρη επιτυχία με ελκυστικό jungle remake. Το Smash Hits έδωσε στο τραγούδι τέσσερα στα πέντε γράφοντας ότι είναι η απόδειξη ότι το χαρούμενο σκληροπυρηνικό τραγούδι που σε ξεσηκώνει, δεν πρόκειται να φύγει αλλά έρχεται με την επιστροφή των Baby D. Το χαρακτήρισε, επίσης, ακόμα καλύτερο από το «Let Me Be Your Fantasy» που είχε ανέβει στο No 1 και σχολίασε ότι «παίρνοντας ένα (σχετικά) άγνωστο τραγούδι της δεκαετίας του 1980 από τους Korgis (ποιους;), οι βασιλιάδες της πίστας έχουν βαλθεί να το μετατρέψουν στο είδος του υπνωτικού trance κομματιού από το οποίο είναι φτιαγμένες οι εκθαμβωτικές βραδιές». Η εκτέλεση των Baby D κυκλοφόρησε σε διάφορες εκδοχές: D-SP Remix, Masters Of House Mix, Neil McIelland Mix, Original Mix, R.A.F. Zone Mix, Radio Edit, Ray Keith No Sell Out Remix, T.S.O.B. Mix. Το τραγούδι έφτασε στο No 3 του Ηνωμένου Βασιλείου, No 9 στην Ολλανδία, No 12 στην Ισλανδία, No 13 στην Ιρλανδία και στη Φινλανδία, No 55 στη Γερμανία και No 124 στην Αυστραλία. Συνοδεύτηκε και από ένα εν μέρει ασπρόμαυρο μουσικό βίντεο.
Andy Roberts (επικεφαλής του Rock FM στο Preston και στο Blackpool): Σε εκπλήσσει κάπως, καθώς ξεκινά ως μπαλάντα και μετά γίνεται jungle, ένας πολύ πρωτότυπος τρόπος ανανέωσης μιας παλιάς επιτυχίας. Τώρα που μπήκε στα charts, αποδεικνύει ότι η δημοτικότητα της jungle δεν περιορίζεται πλέον στο Λονδίνο.
- Blue Night (1995, στη συλλογή «Solitaire 2»).
- Lavinia Jones (1995, στο άλμπουμ «Visions Of Velvet Park»).
- Yasuko Agawa (Δεκέμβριος 1996, στο άλμπουμ «Echoes»).
- Rame & Trabuio (1996, ως sample στο τραγούδι «I Need Your Punk»).
- The King’s Singers (Οκτώβριος 1997, στο άλμπουμ «Spirit Voices», με τον James Warren στη βασική φωνή).
- Peaches (1997, στο «So This Is Love»).
- Matthew Marsden (Ιούνιος 1998, στο single «The Heart’s Lone Desire»).
- Bice (Ιούνιος 2000, στο άλμπουμ «Covers»).
- Marc Et Claude (2000, με τίτλο «I Need Your Lovin’» σε single. Έφτασε στο No 12 του Ηνωμένου Βασιλείου, No 28 στην Ιρλανδία και No 81 στη Γερμανία).
- Army Of Lovers (Μάιος 2001, στο άλμπουμ «Le Grand Docu-soap»).
- Gregorian (Οκτώβριος 2001, στο άλμπουμ «Masters Of Chant Chapter II»).
- Mr. Learn (Σεπτέμβριος 2002, στο ομώνυμο EP).
- Erasure (Ιανουάριος 2003, στο άλμπουμ «Other People’s Songs»).
- Τερέζα (Δεκέμβριος 2003, στο άλμπουμ «Fly Me To The Moon»).
- Beck (Μάρτιος 2004, εμβληματική διασκευή στο άλμπουμ «Eternal Sunshine Of The Spotless Mind – Original Soundtrack». Ενορχήστρωση: Jon Brion). Η εκτέλεση αυτή φέρνει στο προσκήνιο τη διαχρονική, ψυχεδελική μελαγχολία του κομματιού. Τα αιθέρια synthesizer του κομματιού και η χαμηλόφωνη, ευαίσθητη ερμηνεία του Beck προσφέρουν μια ζεστή υφή που μοιάζει με βελούδινη κουβέρτα στον χειμωνιάτικο αέρα. Παραμένει μια οριστική δήλωση για τα αναπόφευκτα μαθήματα της καρδιάς, που παραδίδονται με την αυτοσυγκράτηση ενός αληθινού βετεράνου. Η διασκευή αυτή λειτουργεί ως το κεντρικό κομμάτι της ταινίας του Michel Gondry «Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού», θέτοντας τον τόνο της ταινίας στους εναρκτήριους τίτλους και στο κλείσιμο της ταινίας.
James Warren (Guardian, 13/01/2025): Από τη δεκαετία του 1980, το τραγούδι έχει τη δική του ζωή, με περισσότερες από 50 διασκευές μέχρι σήμερα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποια διασκευή που να συλλαμβάνει το τραγούδι καλύτερα από μας. Προσωπικά, νομίζω ότι η προσέγγιση που χρησιμοποιήσαμε ήταν η καλύτερη για το τραγούδι. Μερικές από τις χορευτικές εκτελέσεις, έχουν αρχίσει να μου αρέσουν αρκετά. Η αγαπημένη μου είναι η σκοτεινή και μελαγχολική εκδοχή που έκανε ο Beck για την ταινία «Η Αιώνια Λιακάδα Ενός Καθαρού Μυαλού». Είναι μια εντελώς διαφορετική και σκοτεινή ερμηνεία του τραγουδιού, αλλά είναι καλή. Πρέπει να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι αυτό ήταν κάτι που έγραψα σε 20 λεπτά στο πιάνο ένα κυριακάτικο πρωί πριν από 45 χρόνια…
- Zucchero & Vanessa Carlton feat. Haylie Ecker (Μάιος 2004, ιταλική εκτέλεση με τίτλο «Indaco Dagli Occhi Del Cielo» στο άλμπουμ «Zu & Co.». Στίχοι: Zucchero. Έφτασε στο No 39 της Γαλλίας).
David Lord: Υπήρξαν μερικές πραγματικά εξαιρετικές διασκευές του τραγουδιού. Μου αρέσει ιδιαίτερα αυτή του Zucchero.
- Casanovy (2004, ως «I Need Your Lovin’» σε single).
- Zucchero, Queen & Sharon Corr (2004, ζωντανή ηχογράφηση σε single).
- Flying Pickets (Ιανουάριος 2005, a cappella εκτέλεση στο άλμπουμ «Everyday»).
- The Cantamus Girls Choir (2005, στο άλμπουμ «Cantamus». Έφτασε στο No 73 του Ηνωμένου Βασιλείου).
- Sunshiners (Ιούνιος 2006, στο άλμπουμ «Sunshiners»).
- Laurent Voulzy (2006, στο άλμπουμ «La Septième Vague»).
- Michael Wolff (2006, στο άλμπουμ «Love And Destruction»).
- Alucidnation (Αύγουστος 2007, στο άλμπουμ «Tom Middleton Presents Crazy Covers 2»).
- Krezip (2007, στο άλμπουμ «Plug It In». Έφτασε στο No 32 της Ολλανδίας).
- The Field (Μάιος 2009, μινιμαλιστική διασκευή στο άλμπουμ «Yesterday And Today»).
- Jean-Philippe Verdin (Φεβρουάριος 2009, στο soundtrack «LOL»).
- Sharon Corr (Σεπτέμβριος 2010, στο άλμπουμ «Dream Of You»).
- Sly Johnson (2010, στο άλμπουμ «74»).
- Nicola Roberts (Σεπτέμβριος 2011, στο άλμπουμ «Cinderella’s Eyes»).
- Orchestre National Du Jazz (Ιανουάριος 2014, στο άλμπουμ «The Party»).
- Kiku & Blixa Bargeld & Black Cracker (2015, στο άλμπουμ «Marcher Sur La Tête»).
- YesYou (Σεπτέμβριος 2018, σε single).
Κωνσταντίνος Παυλικιάνης
