Ο πληθωρισμός κόβει μισθούς και συντάξεις

Τα υψηλά επίπεδα πληθωρισμού που έχει προκαλέσει η ενεργειακή κρίση ροκανίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ενώ εξαφανίζουν τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού αλλά και των συντάξεων, συμπεριλαμβανομένων και όσων θα έρθουν το 2023.

Ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε δύο φορές μέσα στο 2022,σωρευτικά κατά 9,7%. Με τον πληθωρισμό να αναμένεται να κλείνει στο 10% για το σύνολο της χρονιάς, το αποτέλεσμα είναι ότι οι μισθωτοί που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό στο τέλος του χρόνου θα βρεθούν στην ίδια κατάσταση που βρίσκονταν και πριν τις αυξήσεις. Περίπου 650.000 εργαζόμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό τελικά δεν θα νιώθουν σημαντική στήριξη στο πορτοφόλι τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις υπέρογκες αυξήσεις.

Ο πληθωρισμός έχει επηρεάσει πλέον το σύνολο των τιμών προϊόντων και υπηρεσιών και σίγουρα ήδη οι πιέσεις για νέες αυξήσεις μισθών προς την κυβέρνηση γίνονται ολοένα και εντονότερες. Από το νέος έτος βέβαια αναμένεται νέα αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού που θα λάβει υπόψη και τον πληθωρισμό του 2022. Από τον Ιανουάριο του 2023 θα ξεκινήσει η διαδικασία διαβούλευσης των κοινωνικών εταίρων ώστε να προχωρήσει η διαδικασία για τη διαμόρφωση του νέου κατώτατου μισθού.

Οι αυξήσεις στις συντάξεις

Δεύτεροι και καταϊδρωμένοι, οι συνταξιούχοι οι οποίοι μετά από 12 χρόνια παγωμένων και κουτσουρεμένων συντάξεων περιμένουν πως και πως τι νέες αυξήσεις στις συντάξεις Οι αυξήσεις θα προέλθουν κατά 50% από το ύψος του πληθωρισμού και κατά 50% από το ρυθμό ανάπτυξης του 2022. Και εάν τελικά πάμε σε ανάπτυξη 6% και σε ένα πληθωρισμό της τάξεως του 10% σημαίνει πως οδηγούμαστε σε μια αύξηση της τάξεως του 8%.Πάλι όμως οι αυξήσεις στις συντάξεις θα είναι πολύ μικρότερες σε σχέση με την αύξηση του πληθωρισμού

Απώλεια της αγοραστικής δύναμης

Σύμφωνα με μελέτη που δημοσίευσε σήμερα το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ το κύμα της ακρίβειας στην ενέργεια και σε βασικά προϊόντα επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στην αγοραστική δύναμη των μισθωτών και στο βιοτικό τους επίπεδο.

Από τον Απρίλιο του 2022 και ύστερα η απώλεια της αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα κυμαίνεται γύρω στο 19%. Ο συνδυασμός αύξησης των τιμών κυρίως σε βασικά αγαθά, όπως είναι η ενέργεια και τα τρόφιμα, και τα πολύ χαμηλά εισοδήματα εκτινάσσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών με μηνιαίο εισόδημα χαμηλότερο των 750 ευρώ έως και 40%. Στο αμέσως επόμενο εισοδηματικό κλιμάκιο (751-1.100 ευρώ) η απώλεια αγοραστικής δύναμης είναι υψηλή (9% έως 14%) αλλά σημαντικά πιο περιορισμένη σε σχέση με το φτωχότερο εισοδηματικό κλιμάκιο, παρ’ ότι η μέση κατανάλωση είναι αρκετά υψηλότερη. Στα υπόλοιπα εισοδηματικά κλιμάκια η απώλεια

αγοραστικής δύναμης είναι χαμηλότερη του 11% και μειώνεται όσο αυξάνεται το επίπεδο του εισοδήματος.

Εξαίρεση αποτελούν τα μηνιαία εισοδήματα που είναι μεγαλύτερα των 3.500 ευρώ, των οποίων η απώλεια αγοραστικής δύναμης μπορεί και να ξεπερνάει την αντίστοιχη του αμέσως προηγούμενου κλιμακίου (2.801-3.500 ευρώ), επειδή η κατανάλωση στο υψηλότερο κλιμάκιο είναι πολύ μεγαλύτερη του προηγούμενου. Σε κάθε περίπτωση, οι διαφορές στην απώλεια αγοραστικής δύναμης αποκαλύπτουν με εμφατικό τρόπο την άνιση επιβάρυνση που υφίστανται τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού, αναφέρει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

moneyreview.gr