Πέθανε η Μάρω Κοντού, ο χρυσός ελληνικός κινηματογράφος 

  • Έφυγε από τη ζωή στα 92 της χρόνια η σπουδαία ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου

Φτωχότερος είναι από σήμερα ο χώρος του ελληνικού πολιτισμού, καθώς έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 92 ετών, η Μάρω Κοντού, μία από τις σημαντικότερες και πιο αγαπητές ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.

Η ηθοποιός πριν από λίγες ημέρες νοσηλεύτηκε για 15 ημέρες στο νοσοκομείο Αττικόν. Σύμφωνα με την ΕΡΤ την 1η Ιουλίου έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο.

Από το Κουκάκι στη σκηνή

Γεννημένη στην Αθήνα, στο Κουκάκι, με καταγωγή από τα Ψαρά, η Μαριάνθη Κοντού —όπως ήταν το πραγματικό της όνομα— δεν ξεκίνησε ως ηθοποιός.

Η πρώτη της μεγάλη αγάπη υπήρξε ο χορός. Σπούδασε στην Κρατική Σχολή Χορού και μάλιστα εξασφάλισε υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία. Η επαγγελματική της πορεία άρχισε στο Εθνικό Θέατρο, στον χορό της Αρχαίας Τραγωδίας.

Η απόφασή της να ακολουθήσει την υποκριτική δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όλους. Η ίδια είχε αποκαλύψει ότι όταν πέρασε στο Εθνικό Θέατρο, η γιαγιά της «της γύρισε την πλάτη», θεωρώντας το επάγγελμα της ηθοποιού ασυμβίβαστο με τις αντιλήψεις της εποχής. Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν στάθηκε ικανό να ανακόψει την πορεία της.

«Όταν πέρασα στο Εθνικό, η γιαγιά μου με είπε π@@@@@@κι και γύρισε την πλάτη της».

Η ίδια έχει περιγράψει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε από το οικογενειακό της περιβάλλον στα πρώτα βήματα της καριέρας της.

Η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού τής δόθηκε ως «εξαιρετικό ταλέντο», μια σπάνια διάκριση που προμήνυσε όσα ακολούθησαν.

Η χρυσή εποχή και οι ταινίες που έγιναν αιώνιες

Η δεκαετία του ’60 υπήρξε η εποχή της. Ο ελληνικός κινηματογράφος γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθησή του και η Μάρω Κοντού βρέθηκε στο επίκεντρο. Συμμετείχε σε περισσότερες από εξήντα κινηματογραφικές ταινίες και σε περίπου ενενήντα θεατρικά έργα, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στην καλλιτεχνική ζωή της χώρας.

«Μας είχαν κάνει πρόταση στα νιάτα μας, τη δεκαετία του ’60-’70, σε μένα και στον Κούρκουλο».

Η ηθοποιός είχε αποκαλύψει παλιότερα ότι είχε την ευκαιρία για διεθνή καριέρα, αλλά προτίμησε να παραμείνει στην Ελλάδα, μια απόφαση που τη συνέδεσε οριστικά με το ελληνικό κοινό.

Μια σπουδαία καριέρα στο θέατρο και τον κινηματογράφο

Η Μάρω Κοντού ξεκίνησε την επαγγελματική της διαδρομή το 1954 ως μέλος του χορού αρχαίας τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου, όπου παρέμεινε έως το 1958. Λίγο αργότερα, το 1959, πραγματοποίησε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση δίπλα στον Δημήτρη Χορν, στο έργο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ, σηματοδοτώντας την αρχή μιας λαμπρής πορείας.

Στη διάρκεια της καριέρας της πρωταγωνίστησε σε 61 κινηματογραφικές ταινίες και συμμετείχε σε περίπου 90 θεατρικές παραγωγές, συνεργαζόμενη με τους σημαντικότερους δημιουργούς και ηθοποιούς της εποχής της. Με το ταλέντο, την κομψότητα και τη σκηνική της παρουσία καθιερώθηκε ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές πρωταγωνίστριες του ελληνικού κινηματογράφου.

Η παρουσία της στην τηλεόραση

Η επιτυχημένη πορεία της συνεχίστηκε και στην τηλεόραση, με συμμετοχές σε δημοφιλείς σειρές όπως το «Λούνα Παρκ», οι «Ένοχοι», η «Μεγάλη Παρέλαση», το «Έγκλημα στο Ψυχικό», η «Οικογένεια Καζίνο», το «Και οι τέσσερις ήταν υπέροχες», ενώ τα τελευταία χρόνια αγαπήθηκε από το νεότερο κοινό μέσα από τον ρόλο της στη σειρά «Η Γη της Ελιάς».

Το 1990 παρουσίασε επίσης τη τηλεοπτική εκπομπή «Χωρίς παρεξήγηση» στην ΕΤ2.

Σπουδές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις

Πέρα από την υποκριτική, η Μάρω Κοντού είχε σπουδάσει χορό, εξασφαλίζοντας μάλιστα υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία, ενώ ήταν απόφοιτη του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η καλλιτεχνική της έκφραση δεν περιορίστηκε στην υποκριτική. Ασχολήθηκε και με τη ζωγραφική, πραγματοποιώντας ατομική έκθεση το 1993, ενώ έργο της φιλοξενείται στη συλλογή του Μουσείου Βορρέ.

Η ενασχόληση με την πολιτική

Παράλληλα με την καλλιτεχνική της πορεία, η Μάρω Κοντού δραστηριοποιήθηκε και στον χώρο της πολιτικής. Διετέλεσε δημοτική σύμβουλος Αθηναίων την περίοδο 1994-2002, ενώ υπηρέτησε ως πρόεδρος του δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού Αθήνα 9.84.

Εξελέγη δύο φορές βουλευτής Α’ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία, υπηρετώντας στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, ενώ διετέλεσε και πρόεδρος του Κέντρου Βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ».

Η προσωπική της ζωή

Στην προσωπική της ζωή είχε παντρευτεί τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, καθώς και τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.

Με τον θάνατό της ολοκληρώνεται η πορεία μιας σπουδαίας κυρίας του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου, που με το ταλέντο, το ήθος και τη μακρόχρονη προσφορά της σημάδεψε την ιστορία της ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας και αγαπήθηκε από γενιές θεατών.

Η δύσκολη τέχνη του να μεγαλώνεις με αξιοπρέπεια

Το πιο συγκινητικό στοιχείο στην πορεία της, ίσως, δεν υπήρξαν οι επιτυχίες. Υπήρξε ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε το πέρασμα του χρόνου.

Σε μια εποχή που η βιομηχανία του θεάματος συχνά φοβόταν την ηλικία, η Μάρω Κοντού έγινε το ακριβώς αντίθετο. Μεγάλωσε μπροστά στα μάτια του κοινού χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει ούτε μία ρυτίδα από τη διαδρομή της. Και έτσι μετατράπηκε σε κάτι σπανιότερο από σταρ: σε σημείο αναφοράς. Σε υπενθύμιση ότι η πραγματική λάμψη δεν βρισκόταν στη νεότητα αλλά στη διάρκεια.

Στην προσωπική της ζωή υπήρξε εξίσου ειλικρινής.

«Δεν θέλω σύντροφο, είμαι καλύτερα μόνη μου», είχε δηλώσει, δείχνοντας πως η πληρότητα δεν εξαρτιόταν πάντα από την παρουσία κάποιου άλλου.

Και όταν κλήθηκε να μιλήσει για το τέλος, το έκανε με την ίδια χάρη και ανεπιτήδευτη αισιοδοξία που χαρακτήρισε ολόκληρη τη ζωή της.

«Θέλω να πεθάνω στον ύπνο μου ή πάνω σε έναν χορό», είχε πει, σαν να περιέγραφε μια τελευταία υπόκλιση σε όσα αγάπησε περισσότερο.

Η Ελλάδα που κουβαλούσε μέσα της

Κοιτάζοντας πίσω την πορεία της Μάρως Κοντού, ήταν δύσκολο να δει κανείς μόνο μια ηθοποιό. Έβλεπε την Ελλάδα του ασπρόμαυρου κινηματογράφου. Τις γεμάτες αίθουσες. Την αθωότητα μιας εποχής που έφυγε. Τους ανθρώπους που μεγάλωσαν μαζί της και που συνέχισαν να τη βλέπουν στις επαναλήψεις σαν να συναντούσαν έναν παλιό φίλο.

Η δική της ιστορία υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, και η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Και ίσως αυτό να αποτέλεσε το μεγαλύτερο επίτευγμά της. Όχι ότι έγινε διάσημη. Αλλά ότι, έπειτα από περισσότερα από εβδομήντα χρόνια παρουσίας στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στη δημόσια ζωή, κατάφερε να παραμείνει αγαπητή χωρίς να πάψει ποτέ να είναι ο εαυτός της.

Στάθης Παπούλιας

Δημοσιογράφος

More From Author

Αποζημίωση 5,6 εκατ. δολαρίων κατέβαλε ο Τραμπ στην Τζιν Κάρολ μετά από απόφαση δικαστηρίου

Ανατροπές στα δελτία ειδήσεων: Η μεταγραφή – έκπληξη που αλλάζει τον χάρτη της ενημέρωσης