Τεράστια απήχηση έχει στο κοινό η ταινία ‘’The Loner’’ το πρώτο ελληνικό western του Τάκη Βογόπουλου

Του Λεόντιου Πετμεζά

Η ταινία “The Loner” (2025) είναι η πρώτη Ελληνική παραγωγή Western ως απτό τεκμήριο πολιτισμού στον σύγχρονο κινηματογράφο.

Η πλοκή της ακολουθεί την θεματολογία των ομοειδών genre και συγκεκριμένα το spaghetti western.To σενάριο της αφορά στην ιστορία ενός φιλήσυχου φωτογράφου στο Τέξας του 1923 που μετατρέπεται σε αδίστακτο εκδικητή-πιστολέρο μετά την άγρια δολοφονία της εγκύου γυναίκας του. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Τάκη Βογόπουλο, ηθοποιό και ανεξάρτητο σκηνοθέτη, γνωστό και από τις δυο άλλες ταινίες του “Ο Λέων της Πεντέλης” (2015) και “Αλέξανδρος ο Μακεδών” (2020). Στην ταινία παίζουν οι : Τάκης Βογόπουλος, Ηώ Αντωνοπούλου, Νίκος Δροσάκης, Μαρία Επιτροπάκη, Δημήτρης Γετανής, Αντώνης Μανδράνης, Νεκτάριος Σουλδάτος, και Θανάσης Στεφωσής.

Σύμφωνα με την κριτικό τέχνης και λογοτεχνίας, πολιτισμολόγο Μαριλένα Φωκά (ΜΑ) “ πρόκειται για ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό προϊόν που κάνει την εμφάνισή του στο Ελληνικό κοινό. Λαμβάνοντας  υπ’ όψιν το low-budget και τις αντιξοότητες είναι αξιοθαύμαστη η όλη διαχείριση των μέσων και αποτελεί μάλιστα και μια  μινιμαλιστική μεταμοντέρνα πρόταση για την κινηματογράφηση.  Σύγκρισή της με ταινίες όπως του Γεωργιάδη ή του Φώσκολου, που χαρακτηρίζονται κυρίως ως κοινωνικά δράματα και εν μέρει ως  τύπου western και θεματολογικά έτσι καταξιώθηκαν στην συνείδηση του κοινού,  δεν μπορεί επιχειρηθεί καθώς πρόκειται για δυο διαφορετικά είδη, γυρισμένα κάτω από διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετική χρονική στιγμή. Το  “The Loner” ενσωματώνει πολλά  στοιχεία της καλλιτεχνικής και λογοτεχνικής γραφής όπως την αφήγηση, στοιχεία ντοκιμαντέρ, γραφιστικής τέχνης, αναφορές στην κουλτούρα των ΄70s. Αναδύει συνειρμικά ένα ρομαντικό στοιχείο που παραπέμπει στην καλλιτεχνική αγνότητα της λαϊκής ζωγραφικής του Θεόφιλου. 

Εξαιρετικά τα ευρήματα  της  σκηνοθεσίας με  συντονισμένη κίνηση μέσα στο περιορισμένο του χώρου των γυρισμάτων, φαντασία , flash backs, χρήση αρχαιοελληνικών συμβόλων όπως του βυζαντινού σταυρού και της αρχαιοελληνικής σπείρας, αυθόρμητος λαϊκότροπος  λόγος που συνάδει με τις κοινωνικές καταβολές και την διαστρωμάτωση των ηρώων που τον εκφέρουν.  Η φωτογραφία του έμπειρου Αντώνη Συμεωνάκη που έχει και την διεύθυνση της, είναι επίσης εξαιρετική όπως και ο φωτισμός ειδικά στα γυρίσματα που έγιναν στην φύση, όπου αναδεικνύονται χρωματικές ποιότητες που συναντάει κάποιος σε διεθνείς παραγωγές. Υπάρχει σαν εκφραστικό μέσο η ειρωνεία και το ερωτικό στοιχείο τα οποία χρησιμοποιούνται στο πλάσιμο του χαρακτήρα των ηρώων που συμπλέει με την προσδοκία των θεατών σχετικά με το τι αναμένουν να δουν σε μια ταύτιση με το κινηματογραφικό υποκείμενο.

Ο πρωταγωνιστής Βογόπουλος ενσαρκώνει επάξια τον κεντρικό ήρωα έχοντας και την εξωτερική εμφάνιση στα θετικά στοιχεία του χαρακτήρα του αλλά και τον μυϊκό συντονισμό και την χαρακτηριστική φωνή με την σωστή άρθρωση και τα κατάλληλα ηχοχρώματα.  Όσο για την “Ελληνικότητα” του Western, της οποίας η γένεση του είδους τοποθετείται στην Άγρια Δύση του Νέου Κόσμου, χρονολογείται από τον 18ο αιώνα έχοντας αρχετυπικές αναφορές στους Αμερικάνικους θρύλους,  άρα εξ’ ορισμού δεν μπορούμε να αναμένουμε έναν καθαρόαιμο Έλληνα-ήρωα Western καθώς η εν λόγω νοητική σύλληψη χαρακτηρίζει άλλον πολιτισμό. Παρόλα αυτά αποτελεί την «πρώτη Ελληνική διαχείριση» αυτής της ξενόφερτης σύλληψης ενώ στο σενάριο έχουν ενταχθεί πολλά στοιχεία της λαογραφικής μας παράδοσης.

Για την  εμφάνιση – εξαφάνιση ηρώων/-ίδων  ή και ασυμφωνιών στο ρακόρ μπορεί να ισχυριστεί ο σύγχρονος ιστορικός του πολιτισμού ότι αποτελεί την μεταμοντέρνα ανάγνωση και την  συμβολική ανάκλαση μιας κοινωνίας, που σιωπά, εξαφανίζεται, ακυρώνει, «επικαλείται το δικαίωμα της σιωπής,» στα αυταπόδεικτα και προβάλει την δική της χυδαία πραγματικότητα άκριτα στο διαδίκτυο και σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικοπολιτικού βίου. Η ιδιότυπη «διάδραση» αυτή του ιδεατού και του «πραγματικού» στο “The Loner” που αποτέλεσε το έναυσμα της έντονης κριτικής στον κινηματογραφικό χώρο μαζί με το κωμικό στοιχείο που φτάνει έως τα όρια της «φάρσας» και που είναι «εύπεπτο» κατά τ’ άλλα, σε Αμερικάνικες παραγωγές που αφορούν στην Ελλάδα, είναι αυτό που καθιστά το έργο αυθεντικό.

Ένα έργο στο οποίο δεν μπορεί κάποιος να αμφισβητήσει την διάθεση και την τόλμη για πειραματισμό και το μεράκι των δημιουργών. “ Οι φιγούρες  των σεκάνς συγκροτούνται σε ένα κόσμο πραγματικότητας. Οι ενδόμυχες σκέψεις ανασύρουν  ιστορίες με πολυσήμαντα αρώματα .Με δυναμική την παρουσία του ανθρώπινου στοιχείου .Ο σκηνοθέτης στις εικονίσεις του επέτρεψε να κυριαρχούν οι αφηγήσεις από δομημένες νοήσεις .Το σύνολο που παρακολουθούμε εκπέμπει σταδιακά μια μουσικότητα που η γραφή της αποκαλύπτει τις προθέσεις και τις διαθέσεις της διαπραγμάτευσης. Η λεπτομέρεια σταχυολογεί εκφάνσεις που καταλήγουν σε εκμυστηρεύσεις των συμβάντων .Επισημαίνονται καταστάσεις που έχουν στοιχειοθετηθεί. Με ακρίβεια οι  εκφράσεις μεταλαμπαδεύουν εξάρσεις και αλληλουχίες. Συγκροτούν μια περιδιάβαση που δρα συγκεντρωτικά. Με  προσθετική χροιά αναδεικνύονται επιτεύγματα και μνημειακά κομμάτια της ερμηνείας .

Αποσπασματικά τοποθετείτε  ο χαρακτήρας των ανθρωποκεντρικών διευθετήσεων με την αναπαράσταση των στιγμών . Η ταινία έχει συμμετοχές σε διεθνή φεστιβάλ όπως σε αυτό του Λουτρακίου (2026) όπου απέσπασε τιμητική διάκριση (βραβείο Παντελής Ζερβός), συμπεριλήφθηκε  στο 19ο φεστιβάλ Αίγινας και ενώ επίκειται η ένταξή της σε ανάλογα φεστιβάλ της Ιαπωνίας και της Αμερικής.

Η διανομή της ταινίας γίνεται από την NEW STAR και η διάρκειά της είναι 82’.

Market Pass 2026: Ποιοι θα πάρουν έως 1.200 ευρώ – Τα κριτήρια και οι ημερομηνίες

Οι συναυλίες της Εμμανουέλας Νινιράκη στην Κρήτη | Αύγουστος και Σεπτέμβριος 2026