Ένα Βήμα για το Τέλος – Γ’ Μέρος

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΡΑΤΑΝΟ

Κυβερνείο 24:00

Είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι του, σε εκείνο το λιτό δωμάτιο που θύμιζε φοιτητική κάμαρα, με τις εικόνες των στρογγυλοπρόσωπων αγίων να δεσπόζουν πάνω από το κεφάλι του. Η ακινησία του δεν διαρκούσε πάνω από δύο στιγμές, αρνούμενο το κορμί να αποδεχτεί όσο το μυαλό φαινόταν να προσπερνά: «Άξιζε να παρατήσω όσα πέτυχα για να καταλήξω εδώ;» αναρωτιόταν στριφογυρνώντας άγαρμπα. «Όσα πέτυχα επιτεύχθηκαν από την προσήλωσή μου να φτάσω εδώ που είμαι σήμερα» απαντούσε συνειδητά το μυαλό, προσπαθώντας να καθησυχάσει το απελπισμένο του κορμί. Μα το κορμί του θυμόταν… Θυμόταν να περπατά ανάμεσα σε ρακένδυτους Έλληνες που τον υποδεχόταν σαν λυτρωτή, μόνο που δεν κρατούσαν βάγια, ούτε κραύγαζαν «Ωσαννά».

«Ούτε ο Ιησούς νίκησε την ελίτ» σκέφτηκε βλάσφημα, αλλά έσπευσε να επαναφέρει τον εαυτό του στην τάξη.

«Βέβαια, αυτό ήταν το σχέδιο» μονολόγησε, ίσως πιο δυνατά από ό, τι υπολόγιζε.

«Η θυσία σοκάρει και αφυπνίζει» συμπέρανε πρόχειρα.

Η αλληλουχία συμπερασμάτων τον τάραξε τόσο, που δεν κατάλαβε πως βρέθηκε με τον κορμό οριζοντιωμένο και τις πατούσες καρφωμένες στο πάτωμα. Μια μίνι απαρίθμηση των κατορθωμάτων του φάνταζε ως το πιο συνηθισμένο αντίδοτο σε μια ακόμη μεταμεσονύκτια αναστάτωσή του. «Παρέλαβα μια αυτόνομη περιοχή και την έφτιαξα κράτος και μέσα σε ένα χρόνο αύξησα την έκτασή του. Παρέλαβα μια αγέλη συμμοριών και δημιούργησα τακτικό στρατό. Εξαφάνισα την πειρατεία. Φτιάχνω σχολεία, Αγροτική σχολή. Συγγράφω νόμους και οργανώνω δικαστήρια». Η ανάσα του γινόταν όλο και πιο κοφτή, προσπαθώντας να μην ξεχάσει κάποιο από το επίτευγμα που είχε στη νοητή λίστα του. «Θα δώσω γη στους απλούς αγρότες. Δώστε μου λίγο χρόνο» μονολόγησε πνιχτά, σαν να έδινε πρόωρο τέλος σ’ αυτήν την προσευχή που έμοιαζε βγαλμένη από κάποιο κήπο της Γεσθημανής. Σφίγγοντας τα κλειστά μάτια του, έτσι που οι ρυτίδες του απλώθηκαν μεγαλόπρεπα κατά μήκος του πρόσωπού του, σηκώθηκε και βημάτισε νευρικά, από το παράθυρο μέχρι την πόρτα και πίσω. Τράβηξε την κουρτίνα και ατενίζοντας το σκοτάδι θυμήθηκε τον υπηρέτη του, τον Νικολέτο, που προσπάθησε να τον δολοφονήσει βάζοντας φαρμάκι στον καφέ. Στα αυτιά του ηχούσε ακόμη η φωνή του -τόσο άγρια και επιτακτική που του έκανε εντύπωση, όταν τον παρακινούσε να πιεί αμέσως τον καφέ που εκείνος του είχε φτιάξει. Αν δεν ήταν τόσο παρατηρητικός, δεν θα εντόπιζε την παγίδα… Όταν, όμως, ο υπηρέτης του ομολόγησε πως εισέπραξε 25.000 γρόσια από έναν ρακένδυτο για να τον δολοφονήσει δεν έμοιαζε έκπληκτος. Του χάρισε τη ζωή και τα χρήματα, όχι γιατί ήταν θύμα, αλλά γιατί αυτό θα έπραττε κάθε γενναιόδωρος ηγέτης. Από την άλλη, αν ένας Κυβερνήτης δεν μπορεί να διαλέξει τον σωστό υπηρέτη, πώς θα επιλέξει εκείνους που θα κυβερνούν στο πλευρό του; Το πλήγμα στη δημόσια εικόνα του θα ήταν βαρύ. Η βεβαιότητα πως είχε ξεμπερδέψει με όλες αυτές τις απειλές εναντίον της ζωής του διήρκεσε μόνο κάποιες εβδομάδες, μέχρι να λάβει την προειδοποιητική επιστολή της Μαυρογένους, που τον πληροφορούσε για μια νέα απόπειρα.

Η μόνη απόφαση που πήρε διαβάζοντας το γράμμα της ήταν να το κάψει, μην και αρχειοθετηθεί και κατηγορήσουν τους συμπολίτες του ως «αγροίκους» οι επερχόμενες γενιές. Γνώριζε πως πίσω από τους εχθρούς του, του Μαυροκορδάτου, του Κουντουριώτη, των Μαυρομιχαλαίων απλώνονταν σκιές αγγλικές και γαλλικές. Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε το τιμόνι της αυτόνομης Πελοποννήσου που περιλάμβανε και κάποια νησιά, του τραβούσαν το χαλί κάτω από τα πόδια. Θεωρώντας τον άνθρωπο του Τσάρου, επιχείρησαν μια «δολοφονία χαρακτήρα», με συστηματική υπονόμευση εκ των έσω, τοποθετώντας απέναντί του κάποιους από τους ήρωες της Επανάστασης. Δεν υπήρξε στιγμή που να σκεφτόταν τη χειραγώγησή τους από τις ξένες δυνάμεις και να μην εξοργιζόταν. Τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν το πρωινό, όμως, είχαν ξεπεράσει κάθε όριο ανοχής και, από ό, τι φαίνεται, αντοχής! Η ενστικτώδης πρόθεση να δει τον Πετρόμπεη πρόσωπο με πρόσωπο, ήρθε να ενισχυθεί από την έκκληση της μητέρας του, της γριάς Μαυρομιχάλαινας, και του αδελφού του, Γιάννη. Ήταν και ο Ρίκορντ, ο Ρώσος ναύαρχος τον οποίο και εμπιστευόταν, που τον παρακινούσε να κάνει κινήσεις απεμπλοκής από το διαφαινόμενο αδιέξοδο. Το, αραγμένο στο Μπούρτζι, καράβι του Ρώσου ναυάρχου ήταν μια ασφαλής επιλογή για τη συνάντηση. Ευδιάθετος και πεπεισμένος πως η λεπίδα των Μαυρομιχαλαίων δεν περιστρέφεται γύρω από το λαιμό του, άνοιξε την ευρωπαϊκή αλληλογραφία που μόλις είχε φτάσει μαζί με τον ευρωπαϊκό τύπο. Ήταν περίπου στις 11.30 όταν το βλέμμα του στάθηκε σε ένα άρθρο για την Ελλάδα, στην εφημερίδα «Ταχυδρόμος του Λονδίνου» και έκπληκτος διάβαζε τον δημοσιογράφο να υπογραμμίζει το τυραννικό στιλ διακυβέρνησης και τον εκδικητικό διωγμό του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο φημισμένος ηγέτης, ο πειθαρχημένος διαπραγματευτής με τις υπολογισμένες κινήσεις είχε βυθιστεί σε μια λάβα οργής και θυμικού. Βγήκε έξω από το δωμάτιο, κατέβηκε με φόρα τις σκάλες και άρχισε να περπατά χωρίς προορισμό, εξοργισμένος από τον ποταπό τρόπο που τον αντιμετώπιζαν οι εχθροί του. Η «δολοφονία χαρακτήρα» που επιχειρούσαν είχε πάρει τώρα διεθνείς διαστάσεις. Γνώριζε άριστα πως στην επόμενη συνάντηση που θα έχει με τους Άγγλους αξιωματούχους εκείνοι θα του έθεταν θέματα δημοκρατικής διακυβέρνησης, σε κάθε δικό του αίτημα. Πλέον του ήταν ξεκάθαρο: Είχε ζυγίσει την κατάσταση εντελώς λάθος, υποτιμώντας τη θέληση των Άγγλων και των Γάλλων να επιβάλλουν τα συμφέροντά τους στην ανατολική Μεσόγειο, πετώντας τον εκτός παιχνιδιού. Πώς να εξηγηθεί αλλιώς το γεγονός πως ο «αρχιτέκτονας» της γέννησης του Ελβετικού κράτους και συντάκτης του Συντάγματός του, ήταν «ένας τύραννος για τους Έλληνες», σύμφωνα με τους Άγγλους. Έπειτα από μια ώρα ανάλυσης, ανέβαινε και πάλι τα σκαλοπάτια του Κυβερνείου, έχοντας κατασταλάξει στις επόμενες κινήσεις του.Οι άνθρωποί του τον πληροφόρησαν πως ο ναύαρχος Ρίκορντ τον περίμενε στο γραφείο του. Σε μια από τις λιγοστές στιγμές που θέλησε να μοιραστεί τα συναισθήματά του με κάποιον άλλον, ο Κυβερνήτης έδειξε τον εκνευρισμό του, το δημοσίευμα και μια πτυχή του καλά κρυμμένη αναδύθηκε σαν λάβα, αποτέλεσμα της πίεσης. «Δεν πρόκειται να τον δω» του ξεκαθάρισε. «Είμαι υποχρεωμένος να προστατεύσω την αξιοπρέπειά μου ως το τέλος» υποστήριξε. Όταν φώναζε «δεν πρόκειται να δεχθώ τον Μαυρομιχάλη» αντιλαμβανόταν πως δεν ήθελε να εκστομίσει κάτι τέτοιο, πως δεν έπρεπε να συνεχίσει να μιλά, αφού το θυμικό είχε πάρει τα ηνία της λογικής. Ο Ρίκορντ δεν χρειαζόταν να ακούσει τίποτε παραπάνω. Αν και ναύαρχος, άφησε το βυθιζόμενο πλοίο πριν συναντήσει τον πάτο της θάλασσας. Καθώς ο Κυβερνήτης ανακαλούσε τα γεγονότα της ημέρας έβλεπε ξεκάθαρα πως, είτε διατηρούσε την ψυχραιμία του, είτε όχι, τίποτε δεν θα μπορούσε να αλλάξει. Ακόμη και σε απόλυτη νηφαλιότητα, βρισκόταν καθηλωμένος από τις αποφάσεις που τον έφτασαν ως εδώ. Ξάπλωσε και πάλι, αλλά δεν έκλεισε τα μάτια. Ίσως να περίμενε την ιδέα εκείνη που θα τον τραβούσε μακριά από το πηχτό σκοτάδι που τον περιστοίχιζε. Ίσως και να μην περίμενε τίποτε πλέον, πέρα από την ανατολή του ήλιου…

Οικία Μαυρομιχάληδων, 04:30

Χρειάστηκαν κάποια γαβγίσματα σκύλων κάτω από το παράθυρο για να μισανοίξουν τα μάτια τους και να ανασκουμπωθούν. Είχαν συνηθίσει να κοιμούνται εκεί που κάθονται, εξασκημένοι από τις ενέδρες που έστηναν στους εχθρούς τους, Τούρκους, αλλά και κάποιους Έλληνες. Αφού έτριψαν μάτια και πρόσωπο, έτσι που να ξαναγίνουν αναγνωρίσιμα, ο θείος, που έμοιαζε προβληματισμένος έθεσε το θέμα της συζήτησης. «Ανιψιέ, σε λίγη ώρα θα κινήσω. Θέλω να κάτσεις εδώ και να κρυφτείς. Αν πάει κάτι στραβά, σκοτώσουν εμένα και τον πατέρα σου, να έχει η οικογένεια και η γενιά αρχηγό άξιο», του είπε με αυτοπεποίθηση που έμοιαζε απαύγασμα εμπειρίας. Η ενστικτώδης γκριμάτσα απογοήτευσης του ανιψιού, από την άλλη, επιβεβαίωνε το χάσμα των γενεών. «Όχι, θα γίνει όπως τα υπολογίσαμε. Εγώ και εσύ μπροστά, λίγο πιο πέρα οι φρουροί μας. Με έναν κουλό σωματοφύλακα κυκλοφορεί, τι μπορεί να πάει στραβά;» αναρωτήθηκε, σίγουρος για την επιχειρησιακή τους δεινότητα. Ο θείος μετά το αρχικό «Όχι» άκουσε τα λόγια του ανιψιού του με τα μάτια κλειστά, το κεφάλι στραμμένο αλλού. Δεν ήταν σίγουρο πως ήξερε κάτι παραπάνω, ούτε πως το ένστικτό του φώναζε τα αντίθετα από όσα άκουγε να ψιθυρίζει ο Γιώργης. «Δεν έχουν βρεθεί ακόμη τα λόγια που θα κάνουν τους νέους να ακούσουν τους μπαρμπάδες τους» ήταν η πικρή διαπίστωση που θέλησε να μοιραστεί μαζί του. Εκείνος τον γράπωσε από το μπράτσο, ίσως για να θυμάται κάθε φορά που τον πιάνει κανείς από το μπράτσο, αυτά τα λόγια.  «Μαζί θα στεφανωθούμε θείε» του είπε ενθουσιασμένος, «σαν τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα που σκότωσαν τον τύραννο. Οι δημοκράτες θα μας κάνουν αγάλματα, το όνομά μας θα μείνει στους αιώνες γιατί φέραμε πίσω στην Ελλάδα τη δημοκρατία, θα έχουμε Σύνταγμα, νόμους… Το έγραψε και ο Σούτσος, έτσι θα γίνει» απεφάνθει, σαν να τα διάβαζε από ένα χαρτί στο οποίο είχε υπογράψει. Ο θείος απέστρεψε το βλέμμα από το σκοτάδι και έστρεψε το πρόσωπό του προς τον ανιψιό του. «Φοβάμαι πως στο τέλος δεν θα ζουν ούτε εκείνοι, μήτε εμείς», είπε με το βλέμμα κενό. Τόσο αίμα, στο τέλος θα πνιγούμε από αυτό». Όσο η παύση διαρκεί, τόσο δεσπόζει η αντήχηση. Η σιωπή φέρνει μαζί της τη σκέψη και έπειτα έρχονται οι λέξεις… Αυτές είναι που οδηγούν στις πράξεις, όταν πλέον στερεύουν.

Σηκώθηκε πρώτος ο θείος και πήγε στη λεκάνη που ήταν ακουμπισμένη στο μικρό μπαούλο, στη γωνία. Σαν άλλος Πόντιος Πιλάτος ή σαν χειρουργός που θα αφαιρέσει κάτι κακοήθες, έβρεξε τα χέρια του συναισθανόμενος τη σοβαρότητα του τολμήματος, αλλά αγνοώντας το μέγεθος των συνεπειών του.  «Σκέφτομαι τι θα λένε για εμάς στην Ευρώπη. Οι ήρωες της Δημοκρατίας και του Συντάγματος» είπε με στόμφο ο Γιώργης, με τα μάτια μισάνοιχτα λες και τη στιγμή εκείνη έβλεπε να σχηματίζονται οι διθυραμβικοί τίτλοι των εφημερίδων. «Οι Άγγλοι, οι Γάλλοι… Μας βοηθούν να διώξουμε τον τύραννο. Από αυτούς θα στεφανωθούμε!» συνέχισε ονειρευόμενος κλαδιά ελιάς γύρω από το κεφάλι του και υπουργικούς θώκους να περικλείουν το κορμί του. «Αν η δόξα είναι ξένη, πώς θα την αναγνωρίσει ο λαός» αναρωτήθηκε ψελλίζοντας ο θείος, άναψε ένα ακόμη κερί, έβγαλε το μαχαίρι από το θηκάρι που ήταν δεξιά του διπλωμένου γιλέκου του και άρχισε να το ακονίζει σιωπηλός. «Πού να ξερε ο δόλιος που το φτιάχνε ποιου το κορμί θα κάρφωνε» μονολόγησε σιωπηλός.

Κυβερνείο 05.00

«Κύριε κυβερνήτα… Κύριε Κυβερνήτα». Άκουσε στο σκοτάδι να τον καλούν και όταν τινάχτηκε ανοίγοντας διάπλατα τα μεγάλα, μαύρα μάτια του είδε τον μονόχειρα υπηρέτη του να τραβάει τις κουρτίνες. Ένιωθε ένα κάψιμο στα μάτια, αλλά θα ήταν πολυτέλεια να παραπονεθεί για αυτό. Δεν είχε καταλάβει σε ποια ακριβώς στιγμή κοιμήθηκε, χαμένος στον κυκεώνα του σκοταδιού και των ενοχλητικών σκέψεων. Δεν είχε χορτάσει ύπνο μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, παρά μόνο κρητική και αρνητισμό. Δεν είχε αντιληφθεί πόσο τον κατέβαλλε καθημερινά, είχε συνειδητοποιήσει τον κλονισμό του μόνο πολύ αργά, τις τρεις τελευταίες ημέρες.

«Θα πάτε τελικά στην εκκλησία;» ρώτησε ο υπασπιστής του.

«Γιατί να μην πάω;» αναρωτήθηκε με προσποιητή φυσικότητα.

«Μα ο αδελφός σας τσίριζε χθες» ξεκίνησε να απαντά ο Κοζώνης, αλλά ο Κυβερνήτης επέλεξε να υποκριθεί τον αδιάφορο.

«Δεν έχει καμιά σημασία» απάντησε βαριεστημένα, δίνοντας ένα πρόωρο τέλος σε ένα θέμα που πλέον είχε εξαντληθεί -και τον είχε εξαντλήσει.

«Βγάλε μου την καλή μου ρεντιγκότα, τη μπλε» του είπε απρόθυμα, καθώς έριχνε νερό στο πρόσωπό του.

«Δεν είναι καμιά γιορτή σήμερα» απάντησε αδιάφορα, σχεδόν με αυθάδεια ο Κρητικός.

«Θα είναι» απάντησε με αυτοπεποίθηση που θύμιζε τον πάλαι ποτέ πανίσχυρο υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας.

Χωρίς περαιτέρω ερωτήσεις και σχόλια ο Κοζώνης πήρε την πρωτοβουλία να βγάλει από τη ντουλάπα το λευκό παντέλονι και το λευκό πουκάμισο, μαζί με τη ρεντιγκότα που παρήγγειλε ο κύριος του, έχοντας την πλάτη του γυρισμένη ενόσω εκείνος καθάριζε το κορμί του με ένα σφουγγάρι πάνω από ένα κουβά νερό. Ο βοηθός-φρουρός εξαφανίστηκε τη στιγμή που άφησε τα ρούχα απλωμένα στο κρεβάτι και ο Κυβερνήτης, με σχολαστική επιμέλεια άρχισε να ντύνεται. Βγήκε από την κρεβατοκάμαρα περπατώντας με βιαστικά βήματα και κάθισε «διψασμένος» στο γραφείο για να ολοκληρώσει το γράμμα του. Διάβασε διαγώνια όσα είχε γράψει και θέλησε να προσθέσει μια ακόμη παράγραφο.

«Όλοι προσπαθούν να με αποτρέψουν από τις δημόσιες εμφανίσεις. Ο γιος και ο αδελφός του Μαυρομιχάλη αγόρασαν χθες έξι μπιστόλες. Ο Βιάρος δεν θέλει να πάω στην εκκλησία σήμερα. Είμαι έτοιμος να ζήσω, είμαι έτοιμος και να σκοτωθώ. Θέλω να πιστεύω πως αυτό είναι μία κατάκτηση μόνο των ενάρετων. Όταν γνωρίζεις πως το δίκαιο είναι με το μέρος σου, με τι καρδιά οπισθοχωρείς και πώς να την εμπιστευτείς ξανά; Δεν ξέρω αν θέλω να είναι αυτό το τελευταίο γράμμα που θα λάβεις από εμένα, για αυτό και δεν θέλω να σε κουράσω με κοινοτοπίες. Είμαι σίγουρος πως δεν έχασες ποτέ τη βεβαιότητα για τη βαθιά αγάπη μου προς εσένα. Η ύπαρξή σου με έκανε καλύτερο -από φόβο μην ντροπιάσω όλα αυτά που αισθάνεσαι για εμένα. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο σίγουρος μού φαντάζει πως μόνο αν φύγω θα σε βρω. Και τότε, εκεί, κανείς δεν θα μπορεί να μας κρατάει μακριά». Έγραφε χωρίς παύσεις ή σκέψεις, συναισθήματα ή επιδίωξη. Ήταν όσο αποστειρωμένος χρειαζόταν για να αποτυπώσει την πιο βαθιά πραγματικότητα που βίωνε. Δίπλωνε το γράμμα όταν ο Κοζώνης μπήκε στο γραφείο, όσο διακριτικά μπορεί να μπει ένας Κρητικός πολεμιστής.

-Να το δώσω να το ταχυδρομήσουν, ρώτησε αδιάκριτα.

Ο Κυβερνήτης χωρίς να τον κοιτάξει, το ξεδίπλωσε άλλη μια φορά, ακολούθησε τις γραμμές δεξιά – αριστερά και απάντησε διστακτικά:

«Όχι» είπε κοφτά, «μοιάζει πολύ απεγνωσμένο, άκομψο, ανέμπνευστο, πρωτόλειο» συμπλήρωσε πιο συγκαταβατικά.

Η απορία στο βλέμμα του Κοζώνη έφυγε μόνο όταν ο Κυβερνήτης τον ρώτησε αν έχει ακούσει την καμπάνα, αλλά την απάντησή του πρόλαβε η ίδια η καμπάνα που ηχούσε ρυθμικά καλώντας τους πιστούς να επικυρώσουν την πίστη τους τόσο διεκπεραιωτικά.

«Αυτή η καμπάνα είναι για μένα» είπε χαμογελώντας πικρά. «Πάμε».

Οικία Μαυρομιχάληδων, 05.30

«Ξυπνήστε! Ήρθε η ώρα να δείξετε την παλικαριά σας» φώναξε ο Γιώργης στους δύο φρουρούς που είχαν καταφύγει στον ύπνο μήπως και αποφύγουν την Κυριακή που θα ξημέρωνε ιστορική. Η πλειοψηφία των ανθρώπων που γράφει ιστορία δεν έχει συναίσθηση για το διακύβευμα των στιγμών και των πράξεων. Εκείνοι που έχουν, είναι συνήθως στη λάθος πλευρά της. Οι δύο φρουροί, ο Ανδρέας Καραγιάννης και ο Γιάννης Καραγιάννης, που ήταν τοποθετημένοι από την κυβέρνηση να φρουρούν τους Μαυρομιχαλαίους και να αναφέρουν τις κινήσεις τους εξαγοράστηκαν και έγιναν όργανα της αντιπολίτευσης. Και τώρα, γλιστρούσαν προσεκτικά ανάμεσα στα αγουροξυπνημένα σοκάκια της πόλης, ακολουθώντας τις πατημασιές των νέων αφεντικών τους.

Ο θείος πήγαινε μπροστά, κάθε δύο κοφτά βήματα ακολουθούσε ένα αργό, σαν να χόρευε τον πρώτο χορό κάποιας μυσταγωγικής ιεροτελεστίας και ακολουθούσαν οι υπόλοιποι τρεις. Το σκοτάδι έπεφτε στις στέγες και τους κήπους των σπιτιών, καθώς ο ουρανός έπιανε δουλειά, μαζί με τους προκομμένους αγωγιάτες. Ο θείος γύρισε και έκανε νόημα στους δύο φρουρούς να κρατήσουν κι άλλη απόσταση, την ώρα που άλλες δύο σκιές φαινόταν να περπατάνε πίσω από τους πολιτοφύλακες. Η γεμάτη υγρασία ατμόσφαιρα γέμισε με ψιθύρους, με απαρχή το σημείο όπου περπατούσαν θείος και ανιψιός.

«Ήρθαν και οι δύο δικοί μας».

«Είναι πίσω από τους φρουρούς;»

«Ναι! Αν κάνουν καμιά στραβή, θα τους φάνε».

«Πάμε στη στροφή για τον Άγιο Σπυρίδωνα».

Ο ανιψιός χαμήλωσε το μέτωπο ανεπαίσθητα συμφωνώντας.

«Θείε, προχώρα κανονικά, βόλτα κάνουμε» του είπε με φυσικότητα.

 Χωρισμένοι σε δυάδες πλέον, πιο πολύ έμοιαζαν με περιηγητές παρά με άντρες σε αποστολή.

Τα κεφάλια τους γυρνούσαν ενστικτωδώς προς τα παράθυρα των οποίων οι κουρτίνες τραβιόντουσαν βίαια και αποκάλυπταν το εσωτερικό τους. Προσπαθούσαν να αποφύγουν κάθε οπτική επαφή με τους ιδιοκτήτες των παραθύρων, να κοιτάνε μόνο τη δουλειά τους, αλλά δεν τους ήταν και εύκολο. Ο Γιώργης γύρισε το κεφάλι προς το σημείο όπου λίγους μήνες πριν είχε γίνει μια διαδήλωση από βετεράνους του πολέμου, οι οποίοι ζητούσαν Σύνταγμα και τη γη που τους είχαν υποσχεθεί. Εκείνη την ώρα έτυχε να περνάει από το σημείο ο Κυβερνήτης, ο οποίος είδε έναν ταλαιπωρημένο, αποστεωμένο γέρο, που φορούσε κουρέλια στην πρώτη γραμμή της συγκέντρωσης. Ο κυβερνήτης, με τα καθαρά του ρούχα και τον αλαζονικό βηματισμό περπάτησε περνώντας μπροστά από τη γραμμή των φρουρών, ώσπου έφτασε μπροστά στον γέρο. Οι φωνές σιώπησαν, η σιωπή απλώθηκε μπροστά από το σοκάκι.

«Θέλεις κι εσύ Σύνταγμα παππού» τον ρώτησε σαρκαστικά.

«Θέλω» του απάντησε σοβαρά εκείνος, αψηφώντας ή μη συναισθανόμενος τον εμπαιγμό.

«Και γιατί θέλεις Σύνταγμα» ρώτησε ξανά, με το ίδιο ύφος και τόνο ο Κυβερνήτης.

«Για να έχουμε γραφτώς τι θέλεις εσύ από μένα και τι εγώ από σένα» του αποκρίθηκε ο γεράκος, απάντηση που έκανε τον Κυβερνήτη να χάσει το χαμόγελο και το σαρκασμό, να γυρίσει την πλάτη και να απομακρυνθεί.

Η εικόνα αυτή λειτούργησε εμψυχωτικά για τον Γιώργο, όχι πως είχε χάσει την πίστη του στο σκοπό της δολοφονίας. Λοξοκοιτούσε που και που δεξιά του, τον ώμο του θείου του, που έμοιαζε σαν να ανασαίνει αυτόνομα και κυνικά, έτοιμος να διασταυρωθεί με εκείνον του Κυβερνήτη. Προσπαθούσε να αποτυπώνει κάθε στιγμή της διαδρομής, για να μπορεί να τη διηγείται με κάθε λεπτομέρεια στα παιδιά και στα εγγόνια του. Κάθε βήμα ήταν και ένα σκαλοπάτι προς την εξύψωσή του στα μάτια του λαού. Υπολόγιζε πως του έμεναν 200 σκαλοπάτια όταν ο θείος του γύρισε το κεφάλι του.

«Μην σκέφτεσαι κανέναν! Μόνο τον πατέρα σου με τα χέρια ψηλά, γεμάτα αλυσίδες» του είπε σχεδόν ψιθυριστά.

«Σήμερα, ο καθένας θα πάρει αυτό που του αξίζει» είπε ανάμεσα σε ψιθύρους και μουγκρητά.

«Μην οργίζεσαι. Κράτα το μυαλό σου καθαρό» του είπε καθησυχαστικά. «Θυμάσαι το σχέδιο» τον ρώτησε ήρεμος.

«Εσύ την πιστόλα, εγώ το μαχαίρι. Εσύ από αριστερά, δεξιά εγώ. Θα τον περιμένουμε στη μέση της απόστασης ανάμεσα στο Κυβερνείο και την εκκλησία. Θα πρέπει να είμαστε κοντά του, δεν μας παίρνει να αστοχήσουμε. Εμείς ριχνόμαστε σε εκείνον και οι φρουροί μας σημαδεύουν τον Κρητικό. Θα φύγουμε από διαφορετικούς δρόμους, για να μοιραστούν όσοι μας κυνηγήσουν. Θα συναντηθούμε στο σπίτι του Ζεράρ και μετά θα πάμε στη Γαλλική πρεσβεία να ζητήσουμε άσυλο». Ο Γιώργης ανέλυσε όλο το σχέδιο μέσα σε μια ανάσα. Δεν υπήρχε κανένα σημείο θολό, είχαν εξετάσει κάθε ασήμαντη λεπτομέρεια που θα μπορούσε να αποτρέψει τη δολοφονία του Κυβερνήτη. Ο Γιώργης έβλεπε τον θείο του μειλίχιο, αλλά δεν ανησυχούσε, το μετέφραζε ως μέρος της προετοιμασίας του για αυτήν τη σημαντική επιχείρηση. Αντίθετα από τον θείο του, εκείνος ανυπομονούσε να τελειώνει με το ζήτημα. Τόσα βράδια, λίγο πριν κοιμηθεί, σχεδίαζε αυθαίρετα την αποθεωτική υποδοχή που θα του επεφύλασσαν οι συμπατριώτες του… Ο αποκαμωμένος πατέρας του θα τον έχριζε διάδοχο και η Διαμαντούλα, η τραγουδισμένη για την ομορφιά της σύζυγός του, θα του χάριζε τον δικό του διάδοχο. Απείχε μόλις μισή ώρα πριν από τη νέα του ζωή, αυτή για την οποία προοριζόταν από τότε που ο πατέρας του τον έστειλε όμηρο στον Σουλτάνο, για να γίνει Μπέης της Μάνης. Η ώρα της ανταμοιβής θα σήμαινε σε 30 λεπτά και θα έκανε ό, τι απαιτούνταν ακόμη και για να τη φέρει ένα λεπτό συντομότερα.

Το διήγημα του Γιώργου για τις τελευταίες ώρες του Καποδίστρια γράφτηκε για λογαρισμό του artscript.gr.